Print this page

Γράφει ο Β. Μητράκος: Οι Ήρωες του παλαιού Σχολείου

Ιανουαρίου 21, 2026

Στα χρόνια τα παλαιότερα οι Ήρωες του 1821, αυτοί που με το αίμα τους λευτέρωσαν την Ελλάδα για να έχουν τα Ελληνόπουλα Πατρίδα, βρίσκονταν καθημερινά (και όλα τα χρόνια) μέσα στο σχολείο: Στους διαδρόμους, στο γραφείο του Διευθυντή και των Δασκάλων και, κυρίως, μέσα στις σχολικές αίθουσες, ωραία φιλοτεχνημένοι πίνακες  με τους Ήρωες του 1821 ήταν αναρτημένοι στους τοίχους για να τους βλέπουν τα Ελληνόπουλα και να εμπνέονται από τη ζωή, την αυταπάρνηση και τους αγώνες τους. 

Πού αλλού θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια συγκινητική συνύπαρξη της Παλιάς Γενιάς που πολέμησε και θυσιάστηκε για τη Λευτεριά με τη Νέα Γενιά που καλούνταν να πάρει απ’ τα χέρια τους τη Μυρτιά της Νίκης και τη Δάφνη της Δόξας για να φτιάξει τη Νέα Ελλάδα, έτσι όπως την ονειρεύτηκαν οι Ήρωες;

mitrakos1.jpg

Καθόμαστε, λοιπόν, οι μαθητές, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στα ξύλινα θρανία, ακούγαμε με θρησκευτική ευλάβεια το μάθημα από το Δάσκαλο και μπροστά και πάνω μας οι Ήρωες άκουγαν κι αυτοί και τα Άγια Πρόσωπά τους αγαλλίαζαν που τα Ελληνόπουλα, τα παιδιά τους, μάθαιναν γράμματα, για να φτιάξουν μια Πατρίδα όμορφη, γερή, δυνατή και σεβαστή. Κι εμείς τα μαθητούδια από κάτω, σηκώναμε πολλές φορές τη ματιά μας και ατενίζαμε τους Ήρωες, έτσι όπως κοιτάζαμε τους γονείς μας, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, τον παπά που μας λειτούργαγε όταν πηγαίναμε, όλο το σχολείο, στην εκκλησία την Κυριακή και που μας έκανε κατηχητικό, έτσι όπως κοιτάγαμε τον Δάσκαλό μας, που μόχθαγε καθημερινά για να μας μάθει Γράμματα και να μας μεταλαμπαδεύσει τις Αιώνιες Αξίες της Ζωής των Ελλήνων, τη Χριστιανική Πίστη και τις Αλήθειες της Ορθοδοξίας και τους Θησαυρούς της Παράδοσης.

mitrakos2.jpg

Μάθημα μας έκανε ο  Δάσκαλος, μάθημα μας έκαναν και οι Ήρωες του ’21, μέσα στο σχολείο. Γιατί από το βιβλίο της Ιστορίας αλλά και απ’ αυτά που συχνά-πυκνά μας έλεγε ο Δάσκαλος ξέραμε πολύ καλά ΤΙ έκαναν για μας και για την Ελλάδα όλοι αυτοί οι Ήρωες του ’21, που οι σεπτές μορφές τους κοσμούσαν το σχολείο και την αίθουσα και ενέπνεαν τις παιδικές ψυχές μας. Όταν ο Δάσκαλος μας μίλαγε γι’ αυτούς τους Ήρωες εξαϋλωνόταν, κυριολεκτικά. Η φωνή του ράγιζε από συγκίνηση, τα μάτια του αστραποβολούσαν,  κι αυτό το φως της αστραπής έμπαινε στην καρδιά μας σαν από το ανοιχτό παράθυρο ο ήλιος το πρωί, και, λίγο-λίγο, μας φαινότανε πως ο Δάσκαλος σηκωνότανε από τη γης κι ανέβαινε ψηλά, σαν να ’χαν βγει φτερά αγγέλου στους ώμους του.

Μας έλεγε…και τι δε μας έλεγε ο Δάσκαλος! Για τον Θανάση το Διάκο, λόγου χάρη, που με μια χούφτα παλικάρια έπιασε τη γέφυρα της Αλαμάνας κι αντιβγήκε στις ορδές του Ομέρ Βρυώνη κι άνοιξε η κουμπούρα του από τις μπαταριές κι έσπασε το γιαταγάνι στο χέρι του  απ’ το πάλεμα και του φώναζαν τα παλικάρια του να φύγει να σωθεί, αλλά εκείνος έβλεπε τον Λεωνίδα, εκεί παρακάτω στις Θερμοπύλες, που πολέμησε με τριακόσιους Σπαρτιάτες τους Περσιάνους κι άκουγε την περήφανη κραυγή «Μολών Λαβέ» και πώς να φύγει απ’ το μετερίζι του ο Διάκος με τέτοιους ηρωικούς προγόνους; Έμεινε, λοιπόν, εκεί στις δικές του  Θερμοπύλες, ο Διάκος, με δεκαοχτώ λεβέντες και πιάστηκε ζωντανός.

mitrakos3.JPG

Κι όταν δεμένο τον τραβάγανε για να τον πάνε στον πασά, κοίταξε γύρω του ο Διάκος τη φύση που χορτάριαζε και λουλούδιζε κι είπε τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο: 

«Γιά ιδές καιρό που εδιάλεξεν 

ο Χάρος να με πάρει,
τώρα που ανθίζουν τα κλαριά, 

που βγάν’ η γη χορτάρι!

 

Του έταξε τιμές και αξιώματα και πλούτη ο Βρυώνης για να αλλαξοπιστήσει, αλλά ο Θανάσης Διάκος αρνήθηκε να τουρκέψει κι είπε στους Τουρκαλάδες: 

 

«Πάτε και σεις κ’ η πίστη σας, 

μουρτάτες, να χαθήτε!

Εγώ Γραικός γεννήθηκα,

Γραικός θε ν’ αποθάνω.»

 

Φρύαξε ο Ομέρ Βρυώνης απ’ την περήφανη απάντηση του Διάκου και διάταξε να τον σουβλίσουνε ζωντανό.

 

Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν,
ολόρτο τον εστήσανε κι’ αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τούς ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
«Σκυλιά κι’ α με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη.
Ας είν’ ο Όδυσσεύς καλά κι’ ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το ντοβλέτι".

 

Κι εμείς πέφταμε πάνω στα θρανία κλαίγοντας κι ερχότανε ο Δάσκαλος και μας χάιδευε τα κοντοκουρεμένα κεφάλια μας και μας έλεγε:  

«Μην κλαίτε, παιδιά μου…μόνο να ήσαστε περήφανοι γι’ αυτούς τους Ήρωες που μας λευτέρωσαν και να γίνετε καλοί άνθρωποι και καλοί Έλληνες, για να αναπαύονται οι ψυχούλες τους εκεί πάνω». 

Σηκώναμε, τότε,  τα δακρυσμένα τα μάτια μας και κοιτάζαμε ψηλά το Θανάση Διάκο και τους άλλους Ήρωες και βλέπαμε πάνω απ’ τα κεφάλια τους να λάμπει φωτοστέφανο, όπως εκείνο στο κεφάλι του Χριστού και των Αγίων.

Έτσι πορευόμαστε, σαν μαθητές του παλιού σχολείου, με τις εικόνες των Ηρώων του ’21, που μας συντρόφευαν και μας ορμήνευαν καθημερινά μέσα στη σχολική τάξη. 

Κι ύστερα, μετά το 1974, άνεμος αφανισμού φύσηξε μέσα στα σχολεία («Εκσυγχρονισμού» τον είπαν… «Νέο Σχολείο» τον είπαν- τρομάρα τους) και σάρωσε τα πάντα κι άδειασαν και οι τοίχοι των σχολείων από Ήρωες (και Αγίους)  κι άδειασαν, μαζί,  και οι ψυχές των μαθητών.

Κι ύστερα πώς να γίνεις άνθρωπος καλός και καλός Έλληνας και πώς να μάθεις καλά γράμματα με άδεια ψυχή και πώς να αναπαυτούν οι ψυχούλες των Ηρώων του ’21, εκεί πάνω στα Ουράνια; 

 

(…)Πατέρα παντοδύναμε! Άκουσες την ευχή μου·

μου φύτεψες μες στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα,

έδωκες μιαν αχτίδα Σου αθέρα στο σπαθί μου

και μου ’πες: Τώρα πέθανε για με, για την πατρίδα! 

«Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγες στιγμές ακόμα

και σβηώνται τ’ άστρα Σου για με. Για με θα σκοτιδιάσει

τ’ όμορφο γλυκοχάραμα.   

(…) «Όλα τ’ αφήνω με χαρά, χωρίς ν’ αναστενάξω.

Και το ’χω περηφάνια μου που εδιάλεξες εμένα

αυτήν την έρμη την ποριά με το κορμί να φράξω.

Ευχαριστώ Σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα

και δε θα μείνουν άκαρπα τ’ άχαρα κόκαλά μου.

Ευλόγησέ τηνε τη γη οπού θα μ’ αγκαλιάσει

και στοίχειωσε κάθε κλωνί από τα χώματά μου,

να γένει αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.(…)

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ -ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ -Άσμα Πρώτον

 

Σπάρτη 21-1-2026

Βαγγέλης Μητράκος