Υπάρχουν μέρες που η ιστορία τις περπατά σιωπηλά.
Δεν ακούγονται τύμπανα, δεν υψώνονται σημαίες.
Μονάχα ένας νεαρός άνθρωπος στέκεται μπροστά σε λίγα όπλα κι ένας ουρανός που δεν πρόλαβε να ξημερώσει.
Ήταν 5 Μαρτίου 1951.
Εκείνο το πρωί εκτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη ο 23χρονος αγωνιστής της ειρήνης
Νίκος Νικηφορίδης.
Κι αν κάποιος ρωτούσε ποιο ήταν το έγκλημά του, η απάντηση θα έμοιαζε σχεδόν
απίστευτη, μάζευε υπογραφές για την ειρήνη. Για την απαγόρευση των πυρηνικών όπλων. Για να μη ζήσει ξανά ο κόσμος τη φωτιά που κατάπιε τη Χιροσίμα και το
Ναγκασάκι.
Κι όμως, στην Ελλάδα της μετεμφυλιακής σιωπής, ακόμη και η ειρήνη μπορούσε να
θεωρηθεί επικίνδυνη.
Ο Νίκος γεννήθηκε το 1928 στα προσφυγικά του Βύρωνα.
Γιος ανθρώπων που είχαν ξεριζωθεί από τη Μικρά Ασία μετά τη Μικρασιατική
Καταστροφή.
Στις μικρές αυλές των προσφυγικών σπιτιών μεγάλωσε μια γενιά που έμαθε από
νωρίς πως ο κόσμος δεν είναι δίκαιος. Πως υπάρχουν άνθρωποι που χάνουν πατρίδες, σπίτια, γλώσσες και νεκρούς και πρέπει παρ’ όλα αυτά να συνεχίσουν να ζουν.
Στα χρόνια της Κατοχής ο Νίκος ήταν ακόμη μαθητής στο Παγκράτι όταν μπήκε
στην Αντίσταση. Πρώτα ως αετόπουλο και ύστερα στην ΕΠΟΝ, όπου έγινε γραμματέας της οργάνωσης στο Παγκράτι μόλις στα δεκαπέντε του χρόνια.
Ήταν από εκείνα τα παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στον πόλεμο και δεν πρόλαβαν να μάθουν τη λέξη «ουδέτερος».
Μετά τα Δεκεμβριανά, η χώρα μπήκε σε μια σκοτεινή περίοδο.Διώξεις, φυλακές, εξορίες. Το 1947 ο Νικηφορίδης εξορίστηκε στην Ικαρία.
Ένα χρόνο αργότερα μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο.
Εκεί, στο ξερό νησί όπου η εξουσία ήθελε να σπάσει τις συνειδήσεις, γνώρισε τη βία, τα βασανιστήρια, τον τρόμο.
Βγήκε από τη Μακρόνησο σχεδόν νεκρός. Με τραύματα στο κεφάλι. Με παράλυτο πόδι. Για ένα διάστημα χωρίς να βλέπει.
Αλλά δεν υπέγραψε.
Και όταν το 1950 απολύθηκε, μόλις στάθηκε ξανά στα πόδια του,
διάλεξε να συνεχίσει. Όχι πια για τον πόλεμο. Για την ειρήνη.
Την ίδια εποχή, στη Στοκχόλμη, διατυπώθηκε η ιστορική Έκκληση της Στοκχόλμης
για την κατάργηση των πυρηνικών όπλων.
Πάνω από διακόσια εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υπέγραψαν.
Στην Ελλάδα την προσπάθεια στήριζαν προσωπικότητες όπως ο ποιητής Κώστας Βάρναλης.
Ο Νικηφορίδης γύριζε γειτονιές και δρόμους με ένα χαρτί στο χέρι.
«Υπογράψτε για την ειρήνη».
Τίποτε περισσότερο. Τίποτε λιγότερο.
Στα τέλη του 1950 συνελήφθη στη Θεσσαλονίκη.
Η τότε κυβέρνηση του Σοφοκλής Βενιζέλος, με αντιπρόεδρο τον Γεώργιος
Παπανδρέου και υφυπουργό Οικονομικών τον νεαρό τότε Κωνσταντίνος Μητσοτάκης,
κράτησε αρχικά μυστικές τις συλλήψεις.
Στις 18 Ιανουαρίου 1951 ανακοινώθηκε πανηγυρικά η σύλληψη «επικίνδυνων
κομμουνιστών».
Υπήρχε όμως και ένας ακόμα συλληφθείς που δεν έφτασε ποτέ στη δίκη
ο νεαρός ΕΠΟΝίτης Μιχάλης Βουτυράς, παράλυτος από πολιομυελίτιδα, ο οποίος πέθανε μετά από βασανιστήρια.
Η δίκη ξεκίνησε στις 21 Φεβρουαρίου 1951.
Στην απολογία του ο νεαρός Νίκος δεν προσπάθησε να σωθεί αρνούμενος τις ιδέες του.
«Είμαι αριστερός», είπε. «Και η αριστερά είχε, έχει και θα έχει ως πρώτο ιδανικό την υπεράσπιση της ειρήνης».
Όταν ο πρόεδρος του στρατοδικείου τον ρώτησε τη γνώμη του για το ΚΚΕ, απάντησε χωρίς δισταγμό:
«Είμαι κομμουνιστής και δεν αποκηρύσσω τις ιδέες μου».
Η απόφαση εκδόθηκε στις 24 Φεβρουαρίου.
Καταδικάστηκε σε θάνατο. Η κατηγορία, «επιδίωξη εφαρμογής ανατρεπτικών ιδεών».
Η απόφαση ήταν προδιαγεγραμμένη. Θάνατος.
Τα ξημερώματα της 5ης Μαρτίου 1951, ο Νίκος Νικηφορίδης στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών. Λένε πως τα τελευταία του λόγια ήταν:
«Μην κλάψετε για μένα πεθαίνω για τα ιδανικά της πατρίδας και της ειρήνης».
Και ύστερα ακούστηκαν οι πυροβολισμοί. Το σώμα του έπεσε σε έναν ανώνυμο λάκκο. Όπως τόσα άλλα εκείνα τα χρόνια.
Κι όμως, μερικοί άνθρωποι δεν χάνονται έτσι απλά. Γιατί γίνονται μνήμη.
Το όνομα του Νικηφορίδη θα εμπνεύσει αργότερα αγωνιστές της ειρήνης όπως ο Γρηγόρης Λαμπράκης.
Στην Αθήνα δεν υπάρχει άγαλμα του. Υπάρχει όμως το άγαλμα του Τρούμαν.
Αλλά η ιστορία δεν γράφεται πάντα με μάρμαρα. Μερικές φορές γράφεται με μια απλή υπογραφή πάνω σε ένα χαρτί.
Με ένα παιδί της προσφυγιάς που πίστεψε πως η ειρήνη αξίζει περισσότερο από τη ζωή.
Σήμερα κάπου μακριά, σε αίθουσες γεμάτες χάρτες και ψυχρούς υπολογισμούς, οι ηγέτες μιλούν για «ισορροπίες» και «στρατηγικές». Ο Donald Trump και οι πρόθυμοι δορυφόροι του αλλάζουν σύνορα πάνω σε χαρτιά, όπως αλλάζει κανείς γραμμές σε έναν πίνακα. Κι όμως, εκεί κάτω, στο χώμα της Ουκρανίας, στα ερείπια του Ιράκ, στις πληγωμένες πόλεις της Συρίας, στα καμένα τοπία της Λιβύης, στη στραγγαλισμένη Βενεζουέλα, στη ματωμένη Γάζα και στον βομβαρδισμένο Λίβανο, οι άνθρωποι δεν είναι στρατηγικές, είναι παιδιά που ψάχνουν το σπίτι τους μέσα στη σκόνη, μάνες που μετρούν τους νεκρούς τους, γέροι που κοιτάζουν τον ουρανό μήπως και σωπάσουν τα αεροπλάνα. Και τότε καταλαβαίνεις πως οι αυτοκρατορίες μιλούν πάντα για ειρήνη με τη γλώσσα των όπλων, ενώ η ανθρωπότητα κουρασμένη, πληγωμένη ψιθυρίζει ακόμη τη μόνη αλήθεια που φοβούνται, πως καμιά σημαία δεν αξίζει όσο μια ανθρώπινη ζωή. Μα η ειρήνη δεν γράφεται με πυραύλους ούτε με διατάγματα. Γράφεται σιγά-σιγά μέσα στις καρδιές των ανθρώπων που αρνούνται να συνηθίσουν τον θάνατο. Γιατί κάποτε, αργά ή γρήγορα, η ιστορία θυμάται ότι η πιο μεγάλη δύναμη του κόσμου δεν είναι ο πόλεμος, είναι η ανάγκη των ανθρώπων να ζήσουν.
Και τότε η μνήμη γίνεται κάτι παράξενο, ένα μικρό φως που επιμένει να καίει μέσα στη νύχτα της ιστορίας.