Όταν κλείνει μια υπηρεσία, σβήνει σιγά-σιγά και η πόλη.
Γράφει ο Λάμπρος Λαμπρόπουλος
Με αφορμή την απόφαση να κλείσουν τα γραφεία ΕΛΤΑ σε Γύθειο και Αρεόπολη, ακολουθώντας την τύχη και άλλων γραφείων στη Λακωνία, η κατάσταση δεν είναι και τόση απλή.
Σε μια μικρή πόλη, τίποτα δεν είναι «απλώς μια υπηρεσία». Μια τράπεζα, ένα ταχυδρομείο ή ένα δημόσιο γραφείο είναι κομμάτι της καθημερινότητας, της οικονομίας και της ίδιας της ζωής της τοπικής κοινωνίας.
Όταν όμως αρχίζουν να κατεβάζουν ρολά, το μήνυμα που στέλνεται είναι ξεκάθαρο: η περιφέρεια μένει πίσω.
Το κλείσιμο μιας τράπεζας ή των Ελληνικών Ταχυδρομείων δεν σημαίνει μόνο ότι οι πολίτες θα πρέπει να ταξιδεύουν χιλιόμετρα για μια απλή συναλλαγή.
Σημαίνει λιγότερος κόσμος στο κέντρο της πόλης, λιγότερη κίνηση στα καταστήματα και τελικά λιγότερη ζωή στην τοπική αγορά.
Σε πόλεις της περιφέρειας και γενικότερα σε περιοχές της Λακωνία, οι υπηρεσίες αυτές δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι βασική ανάγκη.
Ειδικά για τους ηλικιωμένους, τους αγρότες και τους ανθρώπους που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στις ψηφιακές υπηρεσίες.
Κάθε φορά που μια υπηρεσία κλείνει, η πόλη χάνει κάτι από τη λειτουργία της.
Χάνει θέσεις εργασίας, χάνει επισκέπτες, χάνει την αίσθηση ότι αποτελεί ζωντανό κύτταρο της χώρας.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι το φαινόμενο γίνεται σχεδόν «κανονικότητα».
Πρώτα κλείνει ένα υποκατάστημα.
Μετά ένα ταχυδρομείο.
Έπειτα μια δημόσια υπηρεσία.
Σιγά-σιγά, η περιφέρεια απογυμνώνεται από βασικές δομές.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο οικονομικό.
Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό: θέλουμε ζωντανές μικρές πόλεις ή μια Ελλάδα που θα συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο σε λίγα μεγάλα αστικά κέντρα;
Γιατί όταν μια πόλη χάνει τις υπηρεσίες της, δεν χάνει απλώς διευκολύνσεις.
Χάνει προοπτική.
Και όταν χαθεί η προοπτική, αρχίζει να αδειάζει και η ίδια η πόλη.