Print this page

Γράφει ο Π. Κουμουνδούρος: Οι ρωγμές της ελευθερίας

Μαρτίου 26, 2026

Στην ιστορία υπάρχουν γεγονότα που δεν στέκονται όρθια, παρότι υπήρξαν κορυφαία, και αληθινά, αλλά για πολλούς και διάφορους λόγους αποσιωπήθηκαν.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ανήκει σε αυτές τις στιγμές.

 Δεν είναι απλά μια ευθύγραμμη αφήγηση ηρώων και θυσιών, αλλά ένα σώμα ραγισμένο,  ένα σώμα που προχωρά, ενώ ταυτόχρονα διασπάται. 

Το βιβλίο «21 Ρωγμές στην Επανάσταση του 1821»  του Σπύρου Αλεξίου δεν έρχεται να αφαιρέσει από την Επανάσταση το μεγαλείο της· έρχεται να της επιστρέψει το βάρος της.

Η Ιστορία δεν είναι αυτό που αντέχουμε να θυμόμαστε ή καλύτερα αυτό που κάποιοι θέλουν να θυμόμαστε, η Ιστορία είναι αυτό που επιμένει να στέκεται πίσω από την κουρτίνα και μας αναγκάζει να το ψάξουμε.

Κάτω από τις σημαίες, εκεί όπου ο άνεμος τις κάνει να φαίνονται ενιαίες, υπάρχουν ραφές, μέσα στις ραφές, υπάρχουν νήματα τραβηγμένα προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Η Επανάσταση δεν υπήρξε ποτέ ένα χέρι υψωμένο, αλλά πολλά χέρια που διεκδικούσαν το ίδιο ύψος.

Άλλοι μίλησαν για ελευθερία, άλλοι για εξουσία, κι άλλοι δεν μίλησαν ποτέ  γιατί πολεμούσαν.

Η αφήγηση που παραλάβαμε μάς έμαθε να βλέπουμε ένα έθνος να αναδύεται. Το βιβλίο μάς καλεί να δούμε κάτι δυσκολότερο, έναν κόσμο να συγκρούεται για να αποφασίσει τι θα γίνει αυτό το έθνος. Οι προεστοί, οι οπλαρχηγοί, οι νησιώτες, οι αγρότες δεν αποτελούν απλώς πρόσωπα μιας κοινής ιστορίας, αλλά φορείς διαφορετικών κόσμων. Κόσμων που δεν ενώθηκαν, συνυπήρξαν μέσα από ένταση, καχυποψία, ανταγωνισμό.

Και κάπου εκεί, μέσα στον θόρυβο των όπλων, γεννήθηκε κάτι πιο σιωπηλό, η διεκδίκηση του μέλλοντος.

Το κράτος δεν εμφανίστηκε μετά την Επανάσταση, ήταν ήδη εκεί, ως υπόσχεση, ως σκιά, ως λάφυρο, πριν ακόμη αποκτήσει σύνορα, είχε ήδη γίνει αντικείμενο σύγκρουσης.

Ποιος θα το κυβερνήσει, ποιος θα το ονομάσει, ποιος θα μιλήσει εξ ονόματός του. Οι εμφύλιες συγκρούσεις δεν ήταν μια θλιβερή παρένθεση, ήταν η ίδια η στιγμή που η ελευθερία μετατρεπόταν σε εξουσία.

Και η εξουσία δεν μοιράζεται εύκολα.

Βλεπουμε λοιπόν ότι η ιστορία απομακρύνεται από το φως των επετείων και επιστρέφει στο ημίφως των πράξεων. Εκεί όπου οι αποφάσεις δεν έχουν ακόμη δικαιωθεί και οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμη γίνει σύμβολα. Εκεί όπου η βία δεν έχει εξαγνιστεί, αλλά παραμένει αυτό που είναι, μια πράξη που αφήνει ίχνος.

Η Τριπολιτσά δεν είναι απλώς μια νίκη, είναι πραγματικότητα που υπήρξε και στη συνέχειά της επηρέασε, κάποιους ωφέλησε και κάποιους ζημίωσε .

Κάθε πραγματικότητα στην ιστορία οδηγεί σε μια επιλογή.

Το βιβλίο δεν καταγγέλλει αλλά αποκαλύπτει. Δεν αποδομεί για να ακυρώσει, αλλά για να μετατοπίσει το βλέμμα, από την κορυφή προς τη ρωγμή. 

Μέσα στη ρωγμή εμφανίζεται το υλικό της ιστορίας, όχι το μάρμαρο, αλλά το αίμα, ο φόβος, η επιθυμία.

Κι ύστερα, έρχονται οι άλλοι, οι Μεγάλες Δυνάμεις, που δεν εμφανιστήκαν σαν εισβολείς, αλλά σαν ρυθμιστές με τη γλώσσα της διπλωματίας και το βάρος των στόλων, παρεμβαίνουν όχι για να εκπληρώσουν ένα όνειρο, αλλά για να

 εξυπηρετήσουν ισορροπίες. Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου δεν είναι μόνο μια στιγμή σωτηρίας είναι και μια στιγμή εξάρτησης, από εκεί και πέρα, η ανεξαρτησία δεν θα είναι ποτέ πλήρως αυτάρκης.

Κάθε ελευθερία κουβαλά και τον τρόπο που αποκτήθηκε.

Και όταν τελικά η Επανάσταση τελειώνει  όταν παύει να πολεμά  αρχίζει, η αφήγησή της, εκεί οι ρωγμές γεμίζουν, οι αντιφάσεις λειαίνονται, οι συγκρούσεις ξεχνιούνται.  Ένα κράτος για να σταθεί χρειάζεται συνοχή, και η συνοχή για να υπάρξει χρειάζεται ιστορία που να είναι ανεκτή.

Έτσι, η μνήμη γίνεται επιλεκτική και η ιστορία μετατρέπεται σε χρησιμότητα για την εξουσία.

Όμως οι ρωγμές δεν εξαφανίζονται. Παραμένουν, όπως οι γραμμές σε ένα παλιό κτίριο αόρατες από μακριά, αλλά καθοριστικές για τη δομή του. Κάθε φορά που μιλάμε για ενότητα, κάτι μέσα μας θυμάται τη διάσπαση. Κάθε φορά που επικαλούμαστε την ελευθερία, μια σκιά υπενθυμίζει το τίμημά της.

Το βιβλίο μάς προτείνει, τελικά, μια άλλη μορφή σεβασμού προς την

Επανάσταση, όχι να την προστατεύσουμε από την αλήθεια της, αλλά να την

αντέξουμε, επειδή η αλήθεια δεν μειώνει τα γεγονότα, τα βαθαίνει.

Και ίσως εκεί, μέσα σε αυτές τις ρωγμές, να βρίσκεται το πιο ουσιαστικό νόημα της ιστορίας γιατί δεν μπορεί να είναι μόνο αφήγηση που ενώνει, αλλά γνώση που μας αναγκάζει να κοιτάξουμε ξανά, όχι τι έγινε, αλλά πώς έγινε και τι από αυτό εξακολουθεί να υπάρχει μέσα μας.