Υπάρχει μια στιγμή, ακριβώς πριν μια εξαφάνιση πάψει να είναι είδηση και μετατραπεί σε αστικό μύθο, όπου ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται επικίνδυνα. Ο θάνατος, όσο τραγικός, βίαιος ή άδικος κι αν είναι φέρει νομοτελειακά μαζί του το βάρος της οριστικότητας. Υπάρχει ένα υλικό σώμα, μια τελετή αποχωρισμού, ένα απτό αντίο. Η εξαφάνιση όμως; Η εξαφάνιση είναι μια αντεστραμμένη πραγματικότητα. Είναι μια ανοιχτή, βαθιά πληγή στο συλλογικό ασυνείδητο που αρνείται πεισματικά να κλείσει και η οποία τρέφεται από τη δική της αβεβαιότητα.
Βασισμένο στη βαθύτερη φιλοσοφία της εμβληματικής εκπομπής Disappeared του Investigation Discovery, το παρόν άρθρο αποστασιοποιείται από την απλή, στεγνή παράθεση αστυνομικών τεκμηρίων, τηλεφωνικών δεδομένων και εγκληματολογικών ευρημάτων. Επιχειρεί μια βουτιά σε εκείνα τα αχαρτογράφητα νερά όπου η ψυχολογία συναντά το υπαρξιακό μυστήριο και το κινηματογραφικό σασπένς.
«Η εξαφάνιση είναι η μοναδική ανθρώπινη κατάσταση όπου η γεωγραφία μεταλλάσσεται σε ψυχολογικό λαβύρινθο . Δεν αναζητάς ένα χαμένο στίγμα στον χάρτη ψάχνεις το ακριβές σημείο όπου ράγισε η ίδια η πραγματικότητα.»
Στη δίνη της συναισθηματικής αποσταθεροποίησης, η κατάσταση των ανθρώπων που μένουν πίσω περιγράφεται με τον όρο «αμφίσημο πένθος» (Ambiguous Loss), έναν όρο που εισήγαγε η ψυχοθεραπεύτρια Pauline Boss. Πρόκειται για την πιο εξαντλητική, ψυχοφθόρα και δόλια μορφή θλίψης που μπορεί να βιώσει η ανθρώπινη συνείδηση, ακριβώς επειδή στερείται του πολυπόθητου closure , του τελετουργικού κλεισίματος.
Σε μια κλασική περίπτωση πένθους, η ελπίδα είναι ο θεραπευτικός μοχλός. Εδώ, η ελπίδα μεταλλάσσεται σε όπλο μαζικής καταστροφής του ψυχισμού. Μετατρέπεται σε ένα καθημερινό, ωμό βασανιστήριο: «Μήπως το κλειδί γυρίσει στην κλειδαριά την επόμενη στιγμή;» «Μήπως το τηλέφωνο χτυπήσει στο επόμενο δευτερόλεπτο;» Η ελπίδα κρατά το θύμα ζωντανό στο μυαλό των οικείων του αλλά ταυτόχρονα καταδικάζει τους ίδιους σε μια αιώνια συναισθηματική αγωνία.
Οι συγγενείς εγκλωβίζονται σε μια ηθική παράλυση. Νιώθουν βαθιές ενοχές για κάθε απλή στιγμή καθημερινής ευτυχίας, για ένα γέλιο ή για ένα καλό γεύμα. Η ζωή τους απαιτεί να προχωρήσει αλλά η πίστη τους επιβάλλει να παραμείνουν «παγωμένοι» στον χρόνο, στο πλευρό του ανθρώπου που χάθηκε.
«Η εξαφάνιση δεν αποτελεί το φινάλε μιας τραγικής ιστορίας. Είναι η αιώνια, ψυχαναγκαστική επανάληψη του πρώτου κεφαλαίου χωρίς τη λύτρωση της τελευταίας σελίδας.» Παρακολουθώντας την αφηγηματική δομή του Disappeared, αναδεικνύεται ένα κοινό σχεδόν τελετουργικό μοτίβο και δεν είναι άλλο από την τελευταία ημέρα πριν από την εξαφάνιση η οποία αναλύεται στο μικροσκόπιο με τη λεπτότητα χειρουργικής επέμβασης. Εδώ είναι που η έρευνα συναντά το Butterfly Effect (Το Φαινόμενο της Πεταλούδας) τη θεωρία δηλαδή ότι μια απειροελάχιστη, φαινομενικά ασήμαντη αλλαγή στις αρχικές συνθήκες ενός συστήματος μπορεί να οδηγήσει σε τεράστιες, απρόβλεπτες και χαοτικές συνέπειες.
Στο πλαίσιο μιας εξαφάνισης, το Φαινόμενο της Πεταλούδας μεταφράζεται στην τραγική συνειδητοποίηση ότι η μοίρα ενός ανθρώπου κρίθηκε από δευτερόλεπτα ή από ασήμαντες συμπτώσεις. Μια φαινομενικά πεζή λεπτομέρεια ,ένα φευγαλέο βλέμμα στον καθρέφτη, μια καθυστέρηση δύο λεπτών σε ένα φανάρι, μια τυχαία αγορά από ένα βενζινάδικο, μια αναπάντητη κλήση αποκτά ξαφνικά μια τρομακτική και μοιραία βαρύτητα. Αν το υποκείμενο είχε στρίψει δεξιά αντί για αριστερά, αν είχε απαντήσει σε εκείνη την κλήση, αν η γραμμή του μετρό δεν είχε καθυστέρηση, ολόκληρο το μέλλον θα είχε επαναδιατυπωθεί.
Αυτή η εμμονική ανατομία της «τελευταίας στιγμής» αναδεικνύει μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη, την ανάγκη για αιτιότητα. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος απεχθάνεται το τυχαίο και το χαοτικό. Έχουμε την ανάγκη να πιστεύουμε ότι το σύμπαν διέπεται από κανόνες, ότι υπήρχε ένα σημάδι, μια κρυπτογραφημένη αλληλουχία γεγονότων που, αν είχαμε την ευφυΐα και την οξυδέρκεια να αποκωδικοποιήσουμε εγκαίρως, θα είχαμε σπάσει την αλυσίδα των συμπτώσεων και θα είχαμε αποτρέψει το μοιραίο. Είναι η ψευδαίσθηση ότι μπορούμε να ελέγξουμε το χάος αναδρομικά.
«Το πιο σκληρό με το κενό δεν είναι ότι είναι άδειο. Είναι ότι διατηρεί με τρομακτική ακρίβεια το γεωμετρικό σχήμα αυτού που λείπει.»
Οι Τρεις Ψυχολογικές Διαστάσεις μιας Εξαφάνισης
Η προσέγγιση αυτών των σκοτεινών υποθέσεων απαιτεί εξαιρετική διπλωματία, ενσυναίσθηση και αναλυτική σκέψη καθώς οι αιτίες δεν είναι ποτέ γραμμικές, αλλά κινούνται σε γκρίζες, υβριδικές ζώνες . Είναι, δηλαδή, μια «νόθευση» των κατηγοριών, όπου το ένα σενάριο μπλέκεται μέσα στο άλλο, κάνοντας το μυστήριο ακόμα πιο βαθύ και δύσκολο να εξιχνιαστεί.
Η Εκούσια Φυγή (Η Αυτοχειρία της Ταυτότητας)
Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβεται ένα σύνθετο ψυχολογικό υπόβαθρο…. η επιτακτική, σχεδόν ζωώδης ανάγκη για μια «νέα αρχή», η αφόρητη πίεση των κοινωνικών προσδοκιών ή μη διαγνωσμένα, βαθιά ψυχικά νοσήματα που αλλοιώνουν την αντίληψη της πραγματικότητας. Στην πράξη, το άτομο επιλέγει συνειδητά να μετατραπεί σε «φάντασμα». Αποφασίζει να εκτελέσει μια υπαρξιακή δολοφονία του ίδιου του του εαυτού, αφήνοντας πίσω του μια καθημερινότητα που δεν τη βίωνε απλώς ως δυσλειτουργική, αλλά ως μια μόνιμη, ‘’πνιγηρή’’ ψυχική φυλακή.
«Μερικοί άνθρωποι δεν δραπετεύουν επειδή μισούν τη ζωή τους. Φεύγουν επειδή κουράστηκαν να υποκρίνονται τον πρωταγωνιστή σε ένα σενάριο που γράφτηκε ερήμην τους.»
Το Μοιραίο Ατύχημα (Η Κατάρρευση του Ελέγχου)
Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με την εγγενή ψευδαίσθηση ελέγχου που τρέφουμε για το περιβάλλον μας και την ασφάλειά μας. Θεωρούμε τους εαυτούς μας άτρωτους μέσα στην οργάνωση του σύγχρονου πολιτισμού. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο αδυσώπητη… μια λάθος στροφή σε έναν επαρχιακό δρόμο μέσα στη νύχτα, μια κακή, απρόσεκτη στιγμή στην άγρια φύση ή ακόμα και σε ένα σκοτεινό τυφλό σημείο της πόλης και το περιβάλλον «καταπίνει» ακαριαία τα ίχνη του υποκειμένου, αποδεικνύοντας πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη παρουσία.
Η Εγκληματική Ενέργεια (Η Συνάντηση με το Απόλυτο Σκοτάδι)
Το ψυχολογικό υπόβαθρο σε αυτή την περίπτωση μετατοπίζεται δηλαδή μεταφέρεται στην ψυχοπαθολογία του θύτη, στον έλεγχο, την κτητικότητα ή την καθαρή, παρορμητική βία. Η σκληρή πραγματικότητα θέλει το άτομο να βρίσκεται στο λάθος σημείο τη λάθος χρονική στιγμή. Μετατρέπεται ξαφνικά και βίαια σε αντικείμενο της νοσηρής βούλησης κάποιου άλλου, χάνοντας την αυτονομία του και τελικά την ίδια του την υπόσταση μέσα σε λίγα λεπτά.
Το Disappeared κατάφερε να ξεχωρίσει στο παγκόσμιο τηλεοπτικό στερέωμα επειδή αρνήθηκε πεισματικά να αντιμετωπίσει τους αγνοούμενους ως αναλώσιμο «θέαμα» ή ως φτηνά νούμερα τηλεθέασης. Κάθε επεισόδιο αποτελεί μια σπουδή πάνω στο ψυχολογικό πορτρέτο μιας προσωπικότητας. Και κάπου εκεί αναδύεται η μεγαλύτερη διπλωματική και ηθική πρόκληση: κανένας άνθρωπος δεν είναι τέλειος.
Όταν κάποιος εξαφανίζεται, ο προβολέας των αρχών και των ΜΜΕ πέφτει πάνω στην ιδιωτική του ζωή, με αποτέλεσμα να ανασύρονται στην επιφάνεια τα πάντα: κρυφοί εθισμοί, οικονομικές απάτες, οικογενειακά μυστικά, παράλληλες σχέσεις και ψυχικές μεταπτώσεις. Η διαχείριση αυτών των δεδομένων απαιτεί μια σχεδόν χειρουργική, διπλωματική λεπτότητα. Πώς μπορείς να παρουσιάσεις την αντικειμενική αλήθεια, η οποία είναι απαραίτητη για την εξέλιξη της έρευνας, χωρίς να σπιλώσεις τη μνήμη και την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου που δεν είναι παρών για να υπερασπιστεί τον εαυτό του;
Η απάντηση βρίσκεται στην ενσυναίσθηση. Τα ελαττώματα και οι σκιές είναι αυτά που μας καθιστούν ανθρώπινες οντότητες. Και κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από τα λάθη του, έχει το θεμελιώδες δικαίωμα να αναζητηθεί.
Η αφήγηση μιας εξαφάνισης ασκεί επάνω μας μια αμφίσημη γοητεία μας μαγνητίζει με το πέπλο του μυστηρίου της, ενώ ταυτόχρονα μας παγώνει με την απειλή του ανέφικτου. Αυτές οι ιστορίες λειτουργούν ως ένας παραμορφωτικός, νουάρ καθρέφτης της δικής μας, προσωπικής ευθραυστότητας. Μας υπενθυμίζουν με τον πιο ωμό τρόπο ότι η γραμμή που διαχωρίζει την ασφάλεια της καθημερινής μας ρουτίνας από το απόλυτο, συμπαντικό μυστήριο είναι τρομακτικά λεπτή.
Το πιο ώριμο και διεισδυτικό συμπέρασμα που μας κληροδοτεί αυτή η ψυχολογική περιήγηση είναι ότι η αναζήτηση των αγνοουμένων δεν αφορά αποκλειστικά τον γεωγραφικό εντοπισμό τους. Αφορά, στον πυρήνα της, την ποιότητα, τα αντανακλαστικά και την ηθική της ίδιας μας της κοινωνίας. Την κατηγορηματική μας άρνηση να ξεχάσουμε εκείνους που διολίσθησαν στο σκοτάδι, κρατώντας μια σπίθα φωτός αναμμένη για την πιθανότητα της επιστροφής τους.
«Η αληθινή τραγωδία μιας εξαφάνισης δεν έγκειται στο μυστήριο του πού βρίσκεται ο άλλος. Έγκειται στην τρομακτική διαπίστωση ότι ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει απτόητος, αποδεικνύοντας ότι είμαστε όλοι, τελικά, αναλώσιμες μονάδες σε ένα σύστημα που δεν πενθεί.»
Λίλα Κακαλέτρη
Φιλόλογος με πιστοποιητικό στην Δικαστική ψυχολογία