Print this page

Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων: Ακυρώθηκαν διαγωνισμοί για πωλητήρια αρχαιολογικών χώρων – Αναφορά και στον Μυστρά

Νοεμβρίου 03, 2026

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων εκφράζει την ικανοποίησή του για τις πρόσφατες αποφάσεις υπ’ αρ. 1831 και 1828 της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΔΗΣΥ), με τις οποίες ακυρώνεται ο διαγωνισμός για την πολυετή εκμίσθωση και οικονομική εκμετάλλευση ομάδας 27 πωλητηρίων σε κορυφαίους αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία της χώρας, που σημειωτέον χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Με τις αποφάσεις αυτές ακυρώνεται και η από 14/8/2026 σχετική σύμβαση με την Κοινοπραξία Space-Radiant, καθώς και ο διαγωνισμός για την ανάθεση σε ιδιώτη, της χρήσης των WC και των lockers της Ακρόπολης και άλλων αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, από τους επισκέπτες, έναντι αντιτίμου.

Το θέμα αυτό ήταν ένα από τα ζητήματα που είχε επισημάνει ο Σύλλογος στην από 4/10/2026 αναφορά του στους αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Ελλάδας και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO). https://archaeol.gr/ypovoli-anaforas-gia-ta-politiria-tou-odap/

 Στους διαγωνισμούς αυτούς ο ΟΔΑΠ έκανε χρήση του ΠΔ 715/1979 αντί των διατάξεων του Ν. 4413/2016 και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών οδηγιών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ΟΔΑΠ εμφάνισε την σχετική σύμβαση ως σύμβαση εκμίσθωσης, αποκρύπτοντας ότι πρόκειται για σύμβαση ανάθεσης σε ιδιώτη της οργανωμένης παροχής και διαχείρισης υπηρεσίας. Παράλληλα, παρέκαμψε την υποχρέωση τήρησης συγκεκριμένων υποχρεώσεων δημοσιότητας, εξαιρώντας τη δημοσιοποίηση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και το τίμημα της σύμβασης, τεχνηέντως, υπολογίστηκε κάτω από τα όρια του διεθνούς διαγωνισμού. Επιπλέον, οι διαγωνισμοί αυτοί περιέλαβαν φωτογραφικές διατάξεις, που σε συνδυασμό με τα παραπάνω, οδήγησαν στην υποβολή φακέλου μόνον από την Κοινοπραξία Space-Radiant.

Η ΕΑΔΗΣΥ με τις προαναφερόμενες αποφάσεις, επαναφέρει το Δ.Σ. του ΟΔΑΠ, κατά το σκέλος αυτό, στη νομιμότητα δικαιώνοντας απόλυτα την επιχειρηματολογία του ΣΕΑ.

Μετά την ακύρωση των φωτογραφικών διαγωνισμών, το Δ.Σ. του ΟΔΑΠ είναι έκθετο και υπόλογο και πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες. Από την όλη μεθόδευση ανακύπτουν τα εξής ερωτήματα: Για ποιον λόγο ο ΟΔΑΠ αποφάσισε να ιδιωτικοποιήσει τα πωλητήρια, τις τουαλέτες και τα lockers των αρχαιολογικών χώρων; Για ποιον λόγο ο ΟΔΑΠ δεν εφάρμοσε τη νομοθεσία που εφαρμόζουν όλες οι Υπηρεσίες του ΥΠΠΟ και το ελληνικό δημόσιο εν γένει; Για ποιο λόγο σε σειρά διαγωνισμών του ΟΔΑΠ υπάρχει ένας μόνο υποψήφιος ανάδοχος; Με ποιους συνεργάστηκε το Δ.Σ. του ΟΔΑΠ για να καταρτίσει τα τεύχη αυτών των διαγωνισμών που ακυρώθηκαν; Γιατί ο ΟΔΑΠ έκανε σειρά απευθείας αναθέσεων μελετών στις ίδιες εταιρείες (σύγκρουση συμφερόντων) και για ποιον λόγο στους όρους του διαγωνισμού έχουν υπεισέλθει φωτογραφικές ρυθμίσεις που αφορούν τις συγκεκριμένες εταιρείες; Για όλα τα παραπάνω ερωτήματα το ΔΣ του ΟΔΑΠ οφείλει να λογοδοτήσει.

Είναι ωστόσο σημαντικό να επισημάνουμε ότι και τα πωλητήρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, του Εθνικού Μουσείου Εναλίων Αρχαιοτήτων, του Μουσείου «Θεσσαλονικέων Μητρόπολις» (Παύλου Μελά), του πρώην βασιλικού κτήματος Τατοΐου, του Μυστρά, του Βιομηχανικού Συγκροτήματος Πειραιώς 260, της Βιοτεχνίας Ελληνικών Μαντηλιών (ΒΕΜ), του Τεμένους Τεφτερντάρ στην Κω, καθώς και τα δύο πωλητήρια του Κεραμεικού, έχουν, σε προγενέστερο χρόνο, ήδη εκμισθωθεί στην ίδια Εταιρεία (Space-Radiant), με το ίδιο θεσμικό πλαίσιο το οποίο η ΕΑΔΗΣΥ έκρινε παράνομο. Είναι αυτονόητο ότι και αυτές οι συμβάσεις πρέπει να ακυρωθούν ως μη νόμιμες.

 Όλα αυτά βρίσκονται σε ευθεία συνάρτηση με την ευρύτερη κυβερνητική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων κάθε δημόσιου αγαθού, της δημιουργίας Α.Ε. εμπορίας πολιτισμού και των απευθείας αναθέσεων σε συγκεκριμένες εταιρείες. Η απόλυση προσωπικού και η ανάθεση σε ιδιωτικές εταιρείες της λειτουργίας κρίσιμων υποδομών των αρχαιολογικών χώρων (εκδοτήρια, πωλητήρια, χώροι υγιεινής) και η πλήρης εμπορευματοποίηση (αύξηση εισιτηρίων, πριβέ ξεναγήσεις, γεύματα σε αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία) είναι κυβερνητική πολιτική την οποία εφαρμόζει κατά γράμμα το κυβερνητικά διορισμένο Δ.Σ. του ΟΔΑΠ.

Ο ΣΕΑ εκφράζει την έντονη ανησυχία του για τον τρόπο που ο ΟΔΑΠ αντιμετωπίζει τη διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων της χώρας, όχι προς όφελος του δημόσιου κοινωνικού αγαθού που είναι η πολιτιστική κληρονομιά, στο όνομα δημιουργίας μιας μονοπωλιακής αγοράς και για το συμφέρον ολίγων. Ζητάμε την ακύρωση της πολιτικής των ιδιωτικοποιήσεων και της εμπορευματοποίησης αρχαιολογικών χώρων και μνημείων.

  • Η διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων ανήκει στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, όχι στον ΟΔΑΠ και σε οποιαδήποτε Α.Ε.
  • Πρόσληψη μόνιμου προσωπικού στο ΥΠΠΟ για τις ανάγκες των αρχαιολογικών χώρων, των μνημείων και των μουσείων, ώστε τα πωλητήρια, οι χώροι υγιεινής, τα εκδοτήρια των αρχαιολογικών χώρων να τα διαχειρίζεται το προσωπικό του ΥΠΠΟ και του ΟΔΑΠ.
  • Κατάργηση των «πριβέ» ξεναγήσεων και των γευμάτων, επαναφορά της χειμερινής έκπτωσης και όλων των εκπτώσεων στα εισιτήρια των αρχαιολογικών χώρων των μνημείων και των μουσείων.
  • Ο ΣΕΑ και μέσω του Συντονισμού των Πρωτοβάθμιων Σωματείων του ΥΠΠΟ θα συνεχίσει τον αγώνα του κατά της εμπορευματοποίησης του πολιτισμού με κάθε πρόσφορο μέσο.

ΣΥΝΗΜΜΕΝΑ: 1. Ο πίνακας των 27 Α.Χ., μνημείων και μουσείων

2. Το τμήμα Γ΄ της καταγγελίας του ΣΕΑ (Εφαρμοστέο Νομικό Καθεστώς)

  1. Ο πίνακας των 27 Α.Χ., μνημείων και μουσείων

 

2. Το τμήμα Γ΄ της καταγγελίας του ΣΕΑ – ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ 

Το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 4761/2020, παρέχει πράγματι την ευχέρεια επιλογής του τρόπου (και επομένως του νομικού καθεστώτος) αξιοποίησης ακινήτων, αναψυκτηρίων και πωλητηρίων τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα ή διαχείριση στο Υπουργείο Πολιτισμού και βρίσκονται εντός κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων ή λειτουργούν για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών των οργανωμένων αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, των μουσείων και των μνημείων,  είτε μέσω συμβάσεων μίσθωσης του π.δ. 715/1979 (Α’ 212), περί μισθώσεων και εκμισθώσεων ακινήτων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είτε μέσω δημόσιων συμβάσεων του ν. 4412/2016 (Α’ 147), ή συμβάσεων παραχώρησης του ν. 4413/2016 (Α’ 148), ή μέσω παραχώρησης σε φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας του ν. 4430/2016 (Α’ 205). Για την εφαρμογή, ωστόσο, του προσήκοντος και όντως εφαρμοστέου νομικού καθεστώτος, δεν αρκεί και πάντως δεν αποτελεί το κρίσιμο στοιχείο ο νομικός χαρακτηρισμός που αποδίδει η ίδια η αναθέτουσα αρχή, μέσω της προκήρυξης, στο αντικείμενο της σύμβασης. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του αντικειμένου ως «εκμίσθωσης», εφόσον η σύμβαση που πρόκειται να συναφθεί, στην πραγματικότητα, εμπίπτει στην έννοια της παραχώρησης υπηρεσιών, οπότε και πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις -και αντίστοιχα οι εγγυήσεις διαφάνειας- της Οδηγίας  2014/23/ΕΕ, όπως ενσωματώθηκε από το ν. 4413/2016 (βλ. ΣτΕ 1393/2025).

Η υπ’ αριθ. ΟΔΑΠ/ΓΔ/ΑΤΠΑΠ/11120/4.6.2026 διακήρυξη χαρακτηρίζει το αντικείμενό της ως «εκμίσθωση ομάδας 27 πωλητηρίων» και υπάγει τη διαδικασία στα άρθρα 38-49 του π.δ. 715/1979. Ο χαρακτηρισμός αυτός, όμως, δεν είναι από μόνος του καθοριστικός. Για την επιλογή του εφαρμοστέου καθεστώτος σημασία έχει η πραγματική οικονομική και λειτουργική φύση της έννομης σχέσης. Εάν, παρά την ονομασία της ως μίσθωσης, η σύμβαση έχει ως πραγματικό αντικείμενο την ανάθεση σε ιδιώτη της οργανωμένης παροχής και διαχείρισης υπηρεσίας, με αντάλλαγμα το δικαίωμα οικονομικής εκμετάλλευσής της και με ανάληψη από τον ιδιώτη του λειτουργικού κινδύνου, πρόκειται για σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών, κατά το άρθρο 2 ν. 4413/2016. Ο νόμος ορίζει ακριβώς ως παραχώρηση υπηρεσιών τη σύμβαση με την οποία ανατίθεται η παροχή και διαχείριση υπηρεσιών και το αντάλλαγμα συνίσταται στο δικαίωμα εκμετάλλευσης της υπηρεσίας, με μεταβίβαση στον παραχωρησιούχο του κινδύνου ζήτησης ή/και προσφοράς.

Αντίστροφα, η αιτιολογική σκέψη 15 της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ εξαιρεί από την έννοια της παραχώρησης τις γνήσιες μισθώσεις δημόσιων ακινήτων, όταν η δημόσια αρχή απλώς παραχωρεί τη χρήση ενός χώρου και καθορίζει γενικούς όρους χρήσης, χωρίς να αποκτά ή να οργανώνει μέσω του ιδιώτη συγκεκριμένη υπηρεσία. Η διάκριση επομένως δεν έγκειται στο εάν παραχωρείται συγχρόνως ακίνητο ούτε στο εάν καταβάλλεται «μίσθωμα», αλλά στο εάν ο ιδιώτης απλώς χρησιμοποιεί τον χώρο για δική του επιχειρηματική δραστηριότητα ή αναλαμβάνει, υπό τους όρους και την εποπτεία του δημόσιου φορέα, την οργανωμένη λειτουργία υπηρεσίας προς το κοινό. Το ΔΕΕ έχει αντιστοίχως δεχθεί ότι βασικό χαρακτηριστικό της παραχώρησης είναι το δικαίωμα οικονομικής εκμετάλλευσης της υπηρεσίας σε συνδυασμό με την ανάληψη του λειτουργικού κινδύνου.

1. Γιατί η συγκεκριμένη σύμβαση εμφανίζει ουσιώδη χαρακτηριστικά παραχώρησης υπηρεσίας:

Στην περίπτωση των 27 πωλητηρίων, οι όροι της διακήρυξης υπερβαίνουν καταφανώς εκείνους μιας συνήθους μίσθωσης ακινήτων ή -έστω- εμπορικών χώρων.

Πρώτον, δεν εκμισθώνονται αυτοτελώς επιμέρους καταστήματα, αλλά ανατίθεται ενιαία σε έναν οικονομικό φορέα ένα πλήρες δίκτυο 27 πωλητηρίων, με διάρκεια έξι ετών και δυνατότητα εξαετούς παράτασης. Το ίδιο το τεύχος ορίζει ως αντικείμενο «ΟΜΑΔΑ 27 ΠΩΛΗΤΗΡΙΩΝ», με ενιαίο (και μοναδικό) κριτήριο ανάθεσης το συνολικό προσφερόμενο μίσθωμα.

Δεύτερον, ο ΟΔΑΠ δεν περιορίζεται να προσδιορίσει τη χρήση των χώρων. Καθορίζει λεπτομερώς τον τρόπο λειτουργίας της δραστηριότητας: Τα πωλητήρια λειτουργούν υποχρεωτικά κατά το ωράριο των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, προβλέπεται ελάχιστο προσωπικό και συγκεκριμένα στελέχη, ενώ η τροποποίηση του ωραρίου τελεί υπό την έγκριση του ΟΔΑΠ.

Τρίτον, ο ανάδοχος εντάσσεται λειτουργικά και εμπορικά στο δίκτυο του ΟΔΑΠ: Διαθέτει προϊόντα του ΟΔΑΠ, εφαρμογές και εκδόσεις του Hellenic Heritage, υποχρεούται να εφαρμόζει την οπτική ταυτότητα Hellenic Heritage, συνεργάζεται με υπηρεσίες του ΟΔΑΠ και του Υπουργείου Πολιτισμού για προϊόντα που ο ίδιος παράγει και συμμετέχει στη λειτουργία της κάρτας μέλους Hellenic Heritage.

Τέταρτον, προβλέπεται εξαιρετικά έντονη λειτουργική διασύνδεση και εποπτεία: Το πληροφοριακό σύστημα του αναδόχου πρέπει να διασυνδεθεί με το ERP του ΟΔΑΠ, ενώ ο ΟΔΑΠ παρακολουθεί καθημερινά αποθέματα και πωλήσεις. Το οικονομικό αντάλλαγμα επίσης δεν εξαντλείται σε σταθερό μίσθωμα αλλά περιλαμβάνει και ποσοστό 2% επί των μηνιαίων πωλήσεων.

Υπό τα δεδομένα αυτά, καθίσταται, κατά τη γνώμη μας, σαφές και αναμφίβολο ότι ο ΟΔΑΠ, εν προκειμένω, δεν παραχωρεί απλώς τη χρήση ακινήτων αλλά αναθέτει σε ιδιώτη την οργανωμένη λειτουργία του φυσικού δικτύου πωλητηρίων του, ως υπηρεσία προς τους επισκέπτες των μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, με το επιχειρηματικό αντάλλαγμα να προέρχεται από τις πωλήσεις στους χρήστες και τον κίνδυνο της ζήτησης να βαρύνει τον ανάδοχο και ότι, κατά συνέπεια, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις -και, αντίστοιχα, οι εγγυήσεις διαφάνειας, διασφάλισης ανόθευτου ανταγωνισμού, δημοσιότητας κλπ- της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ. 

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει εν προκειμένω η νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την 1167/2023 απόφαση του Εβδόμου Τμήματος, εξετάστηκε σύμβαση που αφορούσε την παραχώρηση εκμετάλλευσης τριών καταστημάτων πώλησης τουριστικών ειδών στην περιοχή της Κοιλάδας των Πεταλούδων Ρόδου, η οποία αντιμετωπίστηκε ως σύμβαση παραχώρησης υπαγόμενη στον ν. 4413/2016. Το Τμήμα έκρινε μη νόμιμη δωδεκαετή παράταση, επειδή δεν ενέπιπτε στις επιτρεπτές τροποποιήσεις του άρθρου 51 και παραβίαζε τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και του ανόθευτου ανταγωνισμού. Η κρίση αυτή διατηρήθηκε με την 1655/2023 απόφαση της Α΄ Ελάσσονος Ολομέλειας. 

2. Συνέπειες του χαρακτηρισμού του αντικειμένου της σύμβασης ως «εκμίσθωσης ακινήτων» και, κατ’ επέκταση, της μη εφαρμογής των εγγυήσεων της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ, όπως ενσωματώθηκε από το ν. 4413/2016. 

α. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4413/2016 «1.Ο σχεδιασμός της διαδικασίας ανάθεσης σύμβασης παραχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της αξίας της, δεν μπορεί να γίνεται με σκοπό την εξαίρεσή της από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος ή την αδικαιολόγητα ευνοϊκή ή δυσμενή μεταχείριση ορισμένων οικονομικών φορέων ή ορισμένων έργων, προμηθειών ή υπηρεσιών.  2. Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς επιδιώκουν τη διασφάλιση διαφάνειας στη διαδικασία ανάθεσης και στην εκτέλεση της σύμβασης, τηρώντας παραλλήλως το άρθρο 27.  3. Οι διαδικασίες ανάθεσης και εκτέλεσης των συμβάσεων παραχώρησης του παρόντος νόμου υπόκεινται επίσης στην τήρηση των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης, της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, της προστασίας των δικαιωμάτων των ιδιωτών, της ίσης μεταχείρισης και μη διάκρισης, της ελευθερίας του ανταγωνισμού και της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιώσιμης και αειφόρου ανάπτυξης. Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 39 παρ. 1 εδ. β’ του ν. 4413/2016, οι προϋποθέσεις συμμετοχής στη διαγωνιστική διαδικασία σχετίζονται και είναι αναλογικές με την ανάγκη διασφάλισης της ικανότητας του παραχωρησιούχου να εκτελέσει τη σύμβαση παραχώρησης, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της σύμβασης και με τον στόχο εξασφάλισης πραγματικού ανταγωνισμού».

Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, όπως αναλυτικά εκθέσαμε ήδη, η διακήρυξη (μεταξύ άλλων) για την «εκμίσθωση» των 27 πωλητηρίων θέτει -και μάλιστα με ποινή αποκλεισμού από την διαγωνιστική διαδικασία- σωρευτικές προϋποθέσεις, που, όχι απλώς δεν φαίνεται να σχετίζονται με το αντικείμενο του διαγωνισμού, αλλά παρίστανται και ως καταφανώς δυσανάλογες. Ενδεικτικά αναφερόμαστε στην προϋπόθεση μέσου γενικού ετήσιου κύκλου εργασιών άνω των 5 εκατ. ευρώ, την προϋπόθεση ο υποψήφιος να έχει λειτουργήσει, τουλάχιστον επί ένα έτος, κατά την τελευταία πενταετία, πωλητήριο αναμνηστικών σε μουσείο, μνημείο, αρχαιολογικό ή άλλο πολιτιστικό χώρο τον οποίο διαχειρίζεται το ΥΠΠΟ ή ο ΟΔΑΠ (προϋπόθεση που, καθ’ όσον τουλάχιστον γνωρίζουμε, εκπληρώνει μόνο ένας οικονομικός φορέας) και κυρίως τις προϋποθέσεις να είχε αυτός, κατά την τελευταία τριετία, δικαιώματα αποκλειστικής εμπορικής διανομής προϊόντων τρίτου κατόχου copyright και να έχει υλοποιήσει ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα προϋπολογισμού άνω του 1 εκατ. ευρώ. 

Είναι, επομένως, σαφές ότι, εάν το αντικείμενο της σύμβασης δεν είχε χαρακτηριστεί ως «εκμίσθωση ακινήτων» και αν, συνακόλουθα, δεν είχαν οριστεί ως εφαρμοστέες οι διατάξεις του π.δ. 715/1979, αλλά ως παραχώρηση υπηρεσίας (όπως πράγματι είναι, κατά ανωτέρω) σύμφωνα με το ν. 4413/2016, οι ανωτέρω εξαιρετικά περιοριστικές (μη σχετικές προς το αντικείμενο και πάντως δυσανάλογες) προϋποθέσεις συμμετοχής στην διαγωνιστική διαδικασία δεν θα γίνονταν ανεκτές και η πρόσβαση στον διαγωνισμό θα ήταν ανοιχτή σε πολύ περισσότερους υποψηφίους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (και) για το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης.

β. Εφόσον η επίμαχη σύμβαση έπρεπε, σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά τα πραγματικά χαρακτηριστικά της, να χαρακτηρισθεί ως «σύμβαση παραχώρησης υπηρεσιών», και η εκτιμώμενη αξία της ήταν ίση ή ανώτερη των 5.404.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, τότε, σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 32 του ν. 4413/2016 -σε συνδυασμό με τα άρθρα 31 και 33 της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ- , η αναθέτουσα αρχή (ΟΔΑΠ) όφειλε να γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να αναθέσει τη σύμβαση με δημοσίευση προκήρυξης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της Υπηρεσίας Εκδόσεων της ΕΕ, πριν από την εθνική δημοσίευσή της. Για τον υπολογισμό δε του οικονομικού αντικειμένου, η αναθέτουσα αρχή δεν μπορούσε να λάβει ως βάση το μίσθωμα που πρόκειται να εισπράξει. Κατά το άρθρο 8 παρ. 2 και 3 της Οδηγίας 2014/23/ΕΕ, η εκτιμώμενη αξία της παραχώρησης ισούται με τον «συνολικό κύκλο εργασιών που αναμένεται να πραγματοποιήσει ο παραχωρησιούχος, χωρίς ΦΠΑ, καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης», ενώ στον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη και οι τυχόν προαιρέσεις και παρατάσεις της διάρκειάς της.

Εν προκειμένω, επειδή ο ΟΔΑΠ χαρακτήρισε τη σύμβαση ως απλή εκμίσθωση και εφάρμοσε το Π.Δ. 715/1979, δεν προέβη στον κατά τα ανωτέρω υποχρεωτικό υπολογισμό της αξίας της ως παραχώρησης και, συνακόλουθα, δεν ενεργοποίησε ούτε το καθεστώς ευρωπαϊκής δημοσιότητας των άρθρων 30 και 32 ν. 4413/2016, το οποίο αποβλέπει ακριβώς στο άνοιγμα της διαδικασίας στον ενωσιακό ανταγωνισμό και στην εξασφάλιση ευρύτερης πρόσβασης οικονομικών φορέων από άλλα κράτη μέλη. Αντ’ αυτού, η διακήρυξη προέβλεψε, ως τύπο δημοσιότητας, μόνο την ανάρτηση στη Διαύγεια και στην ιστοσελίδα του ΟΔΑΠ και την δημοσίευση στον ελληνικό Τύπο.

γ. Περαιτέρω, η διακήρυξη προβλέπει εξαετή αρχική διάρκεια και δυνατότητα παράτασης έως έξι ακόμη χρόνια, εφόσον ο μισθωτής είναι συνεπής και υποβάλει σχετικό αίτημα, μετά από απόφαση του Δ.Σ. του ΟΔΑΠ. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 4413/2016, ωστόσο, το οποίο θα ήταν εφαρμοστέο εάν η σύμβαση είχε χαρακτηριστεί ορθά ως «παραχώρηση υπηρεσίας»,  για παραχωρήσεις άνω των πέντε ετών η διάρκεια πρέπει να περιορίζεται στον εύλογο χρόνο που απαιτείται για την απόσβεση των επενδύσεων του παραχωρησιούχου μαζί με εύλογη απόδοση κεφαλαίου. Δεν θα αρκούσε, επομένως, ως αιτιολογία μιας εξαετούς παράτασης η απλή συμβατική συνέπεια του αναδόχου. Εξάλλου, το άρθρο 51 ν. 4413/2016 υποβάλλει τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις και παρατάσεις σε αυστηρές προϋποθέσεις και, όταν η τροποποίηση είναι ουσιώδης, απαιτεί νέα διαδικασία ανάθεσης. Αυτό είναι ακριβώς και το σημείο επί του οποίου το Ελεγκτικό Συνέδριο, στις αποφάσεις 1167/2023 και 1655/2023, έκρινε μη νόμιμη τη δωδεκαετή παράταση παραχώρησης καταστημάτων πώλησης τουριστικών ειδών, λόγω μεταβολής της οικονομικής ισορροπίας υπέρ του παραχωρησιούχου και παραβίασης της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και του ανόθευτου ανταγωνισμού.

γ.  Σύμφωνα με την προκήρυξη, μοναδικό κριτήριο ανάθεσης – επιλογής αναδόχου είναι η υψηλότερη συνολική τιμή μισθώματος. Το άρθρο 45 του ν. 4413/2016, αντιθέτως, απαιτεί τα κριτήρια ανάθεσης να είναι αντικειμενικά, να συνδέονται με το αντικείμενο της παραχώρησης, να επιτρέπουν αποτελεσματική επαλήθευση και να κατατάσσονται κατά σειρά σπουδαιότητας. 

δ. Χαρακτηρίζοντας το αντικείμενο της σύμβασης ως «εκμίσθωση ακινήτων» και εφαρμόζοντας, κατ’ επέκταση, τις διατάξεις του Π.Δ. 719/1979, η διακήρυξη υπάγει τις αμφισβητήσεις κατά των όρων και της διεξαγωγής του διαγωνισμού στο ειδικό σύστημα ενστάσεων του άρθρου 42 του εν λόγω Π.Δ.: Ένσταση κατά της προκήρυξης εντός δέκα ημερών και, ως προς τη διεξαγωγή, τη συμμετοχή υποψηφίων και τις πράξεις του διαγωνισμού, εντός μόλις 24 ωρών, ενώπιον της ίδιας της Επιτροπής Διενέργειας (δηλαδή του ίδιου του ΟΔΑΠ), η οποία αποφαίνεται οριστικά, χωρίς η ένσταση να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, εάν η επίμαχη διαδικασία είχε υπαχθεί στον ν. 4413/2016, ως διαδικασία ανάθεσης σύμβασης παραχώρησης, ο ενδιαφερόμενος (ανταγωνιστικός) οικονομικός φορέας θα είχε δικαίωμα να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της ΕΑΔΗΣΥ κατά των όρων της διακήρυξης, της απόφασης ανάθεσης ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης της αναθέτουσας αρχής και, στη συνέχεια, να ζητήσει δικαστική αναστολή και ακύρωση της απόφασης της ΕΑΔΗΣΥ ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου.