
.© 2023 laconiatv.gr. All Rights Reserved. Designed By hit-media.gr
Στις 21 Απριλίου 2016, η Ελευθερία Αγραφιώτου εξαφανίζεται από έναν χώρο καθημερινό και ουδέτερο το υπόγειο γκαράζ ενός σούπερ μάρκετ στο Μαρούσι. Το αυτοκίνητό της παραμένει εκεί ακίνητο για δώδεκα ολόκληρες ημέρες χωρίς να εγείρει άμεσα υποψίες. Όταν στις 25 Μαΐου 2016 η σορός της εντοπίζεται σε προχωρημένη σήψη στο τρίτο υπόγειο, σε έναν άδειο και σκοτεινό χώρο, το έγκλημα αποκαλύπτεται όχι ως πράξη στιγμιαίας βίας αλλά ως γεγονός που εξελίχθηκε μέσα στον χρόνο. Η παραμονή του αυτοκινήτου για ημέρες και της σορού για εβδομάδες δεν είναι παράλειψη είναι ένδειξη αυτοπεποίθησης. Και σε επίπεδο εγκληματολογίας αυτή η αυτοπεποίθηση δεν ανήκει στον παρορμητικό ή τον πανικόβλητο αλλά σε εκείνον που νιώθει ότι ο χρόνος είναι σύμμαχός του. Η κατάσταση στην οποία βρέθηκε το σώμα ημίγυμνο, με σκισμένα ρούχα και βαριές κακώσεις σε συνδυασμό με την απουσία αφαίρεσης προσωπικών αντικειμένων, απομακρύνει το ενδεχόμενο της ληστείας και στρέφει αναπόφευκτα την προσοχή σε μια στοχευμένη επίθεση με χαρακτηριστικά σεξουαλικού ή κυριαρχικού τύπου παραβατικότητας
Η αρχή δεν ήταν θόρυβος. Ήταν σιωπηλή .Δεν υπήρξε απότομη έκρηξη ούτε σκηνή που να προδίδει αιφνιδιασμό με την κλασική έννοια. Η αρχή αυτού του εγκλήματος μοιάζει περισσότερο με μια στιγμή ανεπαίσθητης προσέγγισης εκεί όπου ο χρόνος επιβραδύνει και η απειλή δεν έχει ακόμη όνομα. Ο δράστης δεν φαίνεται να εισέβαλε βίαια στη σκηνή αντίθετα, όλα συνηγορούν σε μια ήσυχη είσοδο στον προσωπικό χώρο του θύματος, μια μετάβαση από την κανονικότητα στην απώλεια ελέγχου χωρίς κραυγές. Η πρώτη κίνηση δεν ήταν επίθεση αλλά κατάληψη χώρου σωματική, ψυχολογική και αόρατη. Εκεί, σε αυτή τη λεπτή στιγμή, το έγκλημα είχε ήδη αρχίσει πολύ πριν εκδηλωθεί η βία.
Η σύγχρονη εγκληματολογία έχει πάψει να αντιμετωπίζει τα εγκλήματα αποκλειστικά ως αλληλουχία γεγονότων. Σήμερα, η σκηνή του εγκλήματος θεωρείται ένα ψυχολογικό αποτύπωμα, μια έμμεση αλλά εξαιρετικά ακριβής αφήγηση για το πώς σκέφτεται ο δράστης, πώς αντιλαμβάνεται τον έλεγχο και ποια σχέση έχει με τον φόβο. Η δολοφονία της Ελευθερίας Αγραφιώτου ανήκει σε εκείνες τις υποθέσεις που δεν αποκαλύπτονται μέσα από θόρυβο ή υπερβολή αλλά μέσα από τη μεθοδική ανάγνωση της σιωπής.
Από την πρώτη στιγμή, το έγκλημα δεν παρουσίασε στοιχεία πανικού. Δεν ήταν η ληστεία το κίνητρο, δεν αφαιρέθηκαν προσωπικά αντικείμενα δεν επιχειρήθηκε άμεση απόκρυψη της σορού. Αντίθετα, το σώμα παρέμεινε στον ίδιο χώρο για εβδομάδες, σε ένα σημείο σκοτεινό, χαμηλής επιτήρησης και σχεδόν «εκτός συνείδησης» της πόλης. Για το FBI Behavioral Analysis Unit, τέτοια χαρακτηριστικά συνδέονται με δράστες που δεν λειτουργούν παρορμητικά αλλά με ψυχραιμία, αυτοέλεγχο και εσωτερική βεβαιότητα.
Η απουσία βιασύνης αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία. Στη μεθοδολογία behavioral profiling που χρησιμοποιεί και ο Chase Hughes, η ταχύτητα μετά την πράξη είναι δείκτης φόβου. Όταν ο δράστης δεν βιάζεται, δεν προσπαθεί να «διορθώσει» τη σκηνή και δεν απομακρύνεται εσπευσμένα, αυτό υποδηλώνει ότι δεν βιώνει απειλή. Δεν αισθάνεται ότι κινδυνεύει. Η πράξη για εκείνον έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία.
Το γεγονός ότι η σορός παρέμεινε στο τρίτο υπόγειο δεν συνιστά αμέλεια ή λάθος. Συνιστά επιλογή. Σύμφωνα με τις αρχές του FBI, οι δράστες επιλέγουν χώρους που τους προσφέρουν ψυχολογική αορατότητα. Το τρίτο υπόγειο δεν είναι απλώς ένα χαμηλό επίπεδο στάθμευσης είναι μια «νεκρή ζώνη» κοινωνικής προσοχής ένας μεταβατικός χώρος που χρησιμοποιείται αλλά δεν παρατηρείται. Αυτό προϋποθέτει δράστη που κατανοεί πώς λειτουργεί η ανθρώπινη αδιαφορία μέσα στον αστικό ιστό.
Σε επίπεδο τυπολογίας, ο δράστης δεν εντάσσεται εύκολα στο κλασικό μοντέλο του οργανωμένου εγκληματία που επιδιώκει επανάληψη, τρόπαια ή αναγνώριση. Δεν υπάρχει υπογραφή, δεν υπάρχει επικοινωνία δεν υπάρχει ανάγκη αφήγησης. Αυτό παραπέμπει σε έναν οργανωμένο δράστη, κοινωνικά λειτουργικό που αντλεί ικανοποίηση όχι από την προβολή αλλά από τον έλεγχο. Η πράξη δεν σχεδιάστηκε για να γίνει γνωστή σχεδιάστηκε για να βιωθεί.
Σε αυτό το σημείο αναδύεται ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται: τα χαρακτηριστικά covert narcissism (Κρυφός ή ευάλωτος ναρκισσισμός ). Στην εγκληματολογική ψυχολογία ο συγκεκριμένος τύπος δεν εμφανίζει ανοιχτή μεγαλομανία ή επιθετική εξωστρέφεια. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από εσωτερικευμένη αίσθηση ανωτερότητας, ανάγκη κυριαρχίας χωρίς μάρτυρες και βαθιά πίστη ότι έχει το «δικαίωμα» να ελέγχει τον άλλον. Αυτός ο τύπος δράστη δεν επιδιώκει να τρομάξει την κοινωνία επιδιώκει να επιβεβαιώσει τον εαυτό του.
Η απουσία επανάληψης ενισχύει αυτή την ερμηνεία. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία του FBI και τη λογική του Chase Hughes CIA profiler δεν είναι όλα τα εγκλήματα προϊόντα καταναγκασμού ή κλιμάκωσης. Ορισμένα λειτουργούν ως ψυχική εκτόνωση ή «διόρθωση» μιας εσωτερικής ανισορροπίας. Όταν ο στόχος επιτευχθεί, ο κύκλος κλείνει. Αυτό εξηγεί γιατί ο δράστης δεν έχει επανεμφανιστεί και γιατί παραμένει αόρατος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεωγραφικό προφίλ. Οι αρχές geographic profiling δείχνουν ότι τέτοιου τύπου δράστες δεν απομακρύνονται πολύ από τον χώρο δράσης. Κινούνται σε περιοχές που γνωρίζουν όπου η παρουσία τους δεν ξεχωρίζει. Δεν είναι περιθωριακοί. Είναι ενσωματωμένοι στην καθημερινότητα. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που δεν εντοπίζονται εύκολα γιατί δεν ενεργοποιούν τα στερεότυπα του «υπόπτου».
Τελικά, το πιο κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι ό,τι συνέβη αλλά ό,τι δεν συνέβη. Δεν υπήρξε πανικός. Δεν υπήρξε λάθος. Δεν υπήρξε ανάγκη διαφυγής. Η ηρεμία δεν είναι απουσία στοιχείων είναι το στοιχείο.
Και εκεί βρίσκεται η πραγματική δυσκολία αυτής της υπόθεσης. Ο δράστης δεν κρύφτηκε από τις Αρχές. Κρύφτηκε πίσω από τη φυσιολογικότητά του.
1 )Η σκηνή του εγκλήματος όχι ως τόπος αλλά ως συμπεριφορά
Σύμφωνα με το FBI Behavioral Analysis Unit, η σκηνή του εγκλήματος δεν είναι απλώς γεωγραφικό σημείο. Είναι αντανάκλαση αποφάσεων. Κάθε επιλογή ή η απουσία της αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης του δράστη.
Στην υπόθεση Αγραφιώτου, η σκηνή χαρακτηρίζεται από: υπόγειο κλειστό περιβάλλον , τρίτο επίπεδο στάθμευσης ελάχιστης ανθρώπινης δραστηριότητας ,παραμονή της σορού στον ίδιο χώρο για εβδομάδες ,απουσία αφαίρεσης αντικειμένων και απουσία προσπάθειας παραπλάνησης.
Αυτά τα στοιχεία δεν συνάδουν με παρορμητικό έγκλημα. Συνάδουν με δράστη που αισθάνεται άνετα στον χώρο, γνωρίζει ότι η περιοχή δεν «ελέγχεται ψυχολογικά» και δεν φοβάται την επιστροφή ή την ανακάλυψη .
Η σκηνή δεν δείχνει φόβο. Δείχνει βεβαιότητα.
Η πρώτη πράξη ήταν έλεγχος όχι βία.
Η βία που ακολουθεί φαίνεται να είναι μέσο όχι σκοπός.
Στη γλώσσα του FBI δεν πρόκειται για expressive violence (ξέσπασμα) αλλά για instrumental violence (εργαλειακή)
Η βία ενεργοποιείται όταν ο έλεγχος απειλείται και όχι για εκτόνωση συναισθήματος αλλά για διατήρηση κυριαρχίας.
Αυτό υποδηλώνει άτομο που δεν χάνει εύκολα τον αυτοέλεγχο και δράστη που δεν “ξεφεύγει” αλλά αποφασίζει .
2) Η ηρεμία μετά την πράξη είναι το κλειδί της υπόθεσης .
Ο Chase Hughes επισημαίνει συχνά ότι η μετα-εγκληματική συμπεριφορά είναι πιο αποκαλυπτική από την ίδια την πράξη.
Όταν ένας δράστης δεν απομακρύνεται άμεσα, δεν μετακινεί το σώμα ,δεν «καθαρίζει» τη σκηνή , δεν δείχνει ανάγκη ελέγχου μετά το γεγονός τότε δεν βιώνει απειλή. Δεν βρίσκεται σε κατάσταση πάλης ή φυγής (fight-or-flight). Βρίσκεται σε κατάσταση ψυχικής ολοκλήρωσης.
Η παραμονή της σορού στο τρίτο υπόγειο υποδηλώνει ότι ο δράστης δεν ένιωσε ότι κάτι εκκρεμεί. Για εκείνον η πράξη είχε τελειώσει σωστά.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο ίσως δεν είναι ποιος ήταν το θύμα αλλά πώς το αντιλήφθηκε ο δράστης.
Η επιλογή του άτυχου θύματος δεν φαίνεται προσωπική αλλά ήταν η κατάλληλη .
Φαίνεται ευκαιριακή μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο:
Γυναίκα μόνη ~ ευάλωτη ,ηλικία 68 ετών, μεταβατικός χώρος, απουσία μαρτύρων.
3)Στη συμπεριφορική ανάλυση, αυτό σημαίνει ότι
ο δράστης δεν “κυνηγά πρόσωπα” κυνηγά συνθήκες ελέγχου…
Και όταν αυτές οι συνθήκες εκπληρωθούν, η πράξη ολοκληρώνεται χωρίς ανάγκη επανάληψης.
Σύμφωνα με τα μοντέλα του FBI, αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συνδέονται με παρορμητική ή χαοτική βία, αλλά με ελεγχόμενη, οργανωμένη και ψυχολογικά “νομιμοποιημένη” πράξη. Η απουσία πανικού είναι ένδειξη εσωτερικής νομιμοποίησης της πράξης.
Ο δράστης δεν ένιωσε ότι ξεπέρασε τα όρια αλλά ένιωσε ότι άσκησε δικαίωμα.
4) Ψυχολογικό προφίλ δράστη (FBI + Chase Hughes)
Συνδυάζοντας τα παραπάνω, προκύπτει ένα προφίλ με τα εξής χαρακτηριστικά : Ο δράστης είναι οργανωμένος, κοινωνικά λειτουργικός χωρίς ανάγκη προβολής ή αναγνώρισης με υψηλό αυτοέλεγχο και συναισθηματική αποστασιοποίηση. Δεν ορίζεται από παρόρμηση, χάος ή εμφανή παθολογία αλλά από μια σπάνια μορφή ψυχολογικής αυτάρκειας .
Δεν εμφανίζει χαρακτηριστικά κλασικού σεξουαλικού αρπακτικού ή serial offender (κατά συρροή παραβάτης- δολοφόνος).
Η απουσία υπογραφής, τροπαίων ή επικοινωνίας αποκλείει την ανάγκη επανάληψης.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα covert narcissistic traits (κρυφά ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά ) όπως η αίσθηση ανωτερότητας χωρίς επίδειξη ,ανάγκη κυριαρχίας χωρίς μάρτυρες ,εσωτερικευμένος θυμός ή αίσθηση δικαιώματος ,έλλειψη ενσυναίσθησης, αλλά όχι απαραίτητα αντικοινωνική εικόνα.
Πιθανή αίσθηση αδικίας / ταπείνωσης
Χωρίς ποινικό μητρώο
Που δεν μίλησε ποτέ για το έγκλημα = Οι πρακτικοί homicide detectives τύπου Joe Kenda, αναλύουν την έννοια της «βεβαιότητας» η οποία δεν σχετίζεται με την πράξη της βίας καθεαυτή. Σχετίζεται με το συναισθηματικό καθεστώς που ακολουθεί την πράξη.
Στην παρούσα υπόθεση, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν υποδεικνύουν πανικό μετά το έγκλημα . Δεν καταγράφεται φυγή, αποδιοργάνωση, ανάγκη ελέγχου της αφήγησης ή προσπάθεια «διόρθωσης» της σκηνής. Η απουσία αυτών των αντιδράσεων παραπέμπει σε μια κατάσταση που η ψυχολογία περιγράφει όχι ως ανακούφιση ή διέγερση, αλλά ως συναισθηματική ολοκλήρωση.
Η «βεβαιότητα» εδώ σημαίνει ακριβώς αυτό: την εσωτερική αίσθηση ότι «έκανα αυτό που έπρεπε, με τον τρόπο που έπρεπε και το γεγονός έχει κλείσει».
Αυτό εξηγεί και ένα φαινομενικά παράδοξο ερώτημα:
Γιατί να μιλήσει εφόσον δεν επιθυμεί να αποκαλυφθεί;
Ο δράστης δεν μιλά για να προδοθεί. Μιλά για να αναπαράγει εσωτερικά το ψυχικό του καθεστώς. Στην εμπειρία τύπου Kenda, τέτοιοι δράστες αναφέρονται στην υπόθεση χωρίς συναισθηματική φόρτιση σχολιάζουν με ψυχρότητα ή υποτιθέμενη «λογική» και τοποθετούνται σαν εξωτερικοί παρατηρητές. Όχι από ανάγκη προσοχής αλλά επειδή η λεκτική αναφορά τους επιτρέπει να επιστρέψουν νοητικά στη στιγμή του απόλυτου ελέγχου.
Αυτό είναι το reliving the certainty (Αναβίωση της βεβαιότητας )
Δεν ξαναζούν τη βία.
Δεν νιώθουν το θύμα.
Ξαναζούν την απουσία αντίστασης, την απουσία συνεπειών, την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν αντέδρασε. Η βεβαιότητα δεν είναι ηδονή είναι επιβεβαίωση κοσμοθεωρίας….«Ο κόσμος λειτουργεί όπως πιστεύω. Κανείς δεν με σταματά.»
Αυτός ο τύπος δράστη δεν «σπάει» από ενοχή, δεν αποσταθεροποιείται από φόβο και δεν προδίδεται από υπερβολή. Προδίδεται μόνο στιγμιαία από την ανάγκη να επιβεβαιώσει μέσα του ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Όταν μιλά, δεν παρουσιάζει “leakage”διαρροή με την κλασική έννοια του Hughes. Κάνει κάτι πιο λεπτό ελέγχει αν ο κόσμος παραμένει τόσο αδιάφορος όσο τον άφησε.
Όπως θα το έθετε πρακτικά ο Joe Kenda:
“Some people talk because they’re nervous. Others talk because they’re comfortable. And the comfortable ones are the ones you worry about.” «Κάποιοι μιλούν επειδή είναι νευρικοί.
Άλλοι μιλούν επειδή αισθάνονται άνετα.
Και αυτοί που αισθάνονται άνετα είναι εκείνοι που πρέπει να σε ανησυχούν.»
Δεν παίρνει τρόπαια γιατί δεν χρειάζεται αναμνηστικά.
Δεν επιδιώκει δημοσιότητα επειδή δεν τον ενδιαφέρει η αφήγηση.
Δεν αφήνει υπογραφή διότι η πράξη είναι η ικανοποίηση.
Αυτό το μοτίβο σύμφωνα με το FBI συνδέεται με άτομα που αντλούν εσωτερική επιβεβαίωση από τον απόλυτο έλεγχο δεν επιθυμούν επανάληψη βιώνουν την πράξη ως μοναδική, «προσωπική» στιγμή κυριαρχίας.
Ο δράστης δεν επιδεικνύει μεγαλομανία, επιθετική εξωστρέφεια ή επιθυμία αναγνώρισης αλλά αίσθηση «δικαιώματος» πάνω στο σώμα ή την ύπαρξη του άλλου.
Αυτός ο τύπος δράστη δεν αφήνει προειδοποιητικά σημάδια.
Δεν έχει ιστορικό βίας.
Δεν τρομάζει τον περίγυρο.
Συχνά περιγράφεται ως «ήσυχος», «αόρατος»& «αξιόπιστος».
Αυτό εξηγεί γιατί δεν έχει εντοπιστεί, δεν έχει επαναλάβει~ δεν έχει «καταρρεύσει» ψυχολογικά μετά την πράξη .
Δεν φαίνεται επικίνδυνος. Και αυτό ακριβώς τον καθιστά επικίνδυνο. Δεν επιδιώκει την πράξη ως μοτίβο ούτε ως πηγή διέγερσης τη βιώνει ως εσωτερική «διόρθωση» μιας ψυχικής ανισορροπίας ή απώλειας εξουσίας. Η απουσία πανικού και η ψυχραιμία μετά την πράξη δεν είναι ενδείξεις αδιαφορίας αλλά σημάδια ολοκλήρωσης για τον συγκεκριμένο τύπο δράστη, το έγκλημα δεν αποτελεί ρήξη με την πραγματικότητα αλλά μια ελεγχόμενη, εσωτερικά νομιμοποιημένη πράξη, την οποία μπορεί να τοποθετήσει σε ένα ψυχικό ‘’διαμέρισμα-κουτάκι’’ και να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς εμφανείς ρωγμές.
Η πράξη δεν δείχνει escalatory pattern δηλαδή δεν υπάρχει ένδειξη ότι θα επαναλάβει το ίδιο είδος εγκλήματος, αλλά μπορεί να έχει παρόμοιες ψυχικές αποφορτίσεις σε άλλες μορφές εξουσίας (π.χ. μικρότερης κλίμακας παραβιάσεις, παθητικές επιθετικές πράξεις).
5) Γεωγραφικό προφίλ: γιατί το σημείο έχει σημασία
Σύμφωνα με geographic profiling (FBI / Rossmo), οι δράστες επιλέγουν σημεία κοντά στη ρουτίνα τους όπου δεν ξεχωρίζουν.
Εκεί που η παρουσία τους δεν δημιουργεί ερωτήματα .
Το υπόγειο πάρκινγκ αποτελεί ιδανικό «μεταβατικό χώρο»: κανείς δεν παρατηρεί, όλοι κινούνται μηχανικά. Αυτό δείχνει δράστη που κινείται συχνά σε τέτοιους χώρους γνωρίζει πότε είναι «αόρατος» και δεν φοβάται να παραμείνει .
Πιθανότατα πρόκειται για άτομο που ζει ή εργάζεται σε μικρή ακτίνα και δεν αποκλίνει από την καθημερινή κοινωνική εικόνα.
Τι θα έβλεπε ένας profiler σήμερα
Ένας σύγχρονος profiler, βασισμένος σε FBI BAU και Hughes-style θα άλλαζε το ερώτημα από «ποιος είχε κίνητρο» σε:
Ποιος αισθάνεται άνετα σε τέτοιους χώρους;
Ποιος δεν θα κινούσε υποψίες αν βρισκόταν εκεί;
Ποιος δεν θα ένιωθε την ανάγκη να μιλήσει για αυτό;
Συμπέρασμα
Η δολοφονία της Ελευθερίας Αγραφιώτου δεν παραμένει άλυτη επειδή είναι περίπλοκη. Παραμένει άλυτη επειδή είναι αθόρυβη. Και στα αθόρυβα εγκλήματα, η αλήθεια δεν βρίσκεται στην έκρηξη της βίας, αλλά σε ό,τι ακολούθησε μετά.
Η πραγματική απειλή δεν είναι εκείνη που φωνάζει. Είναι εκείνη που δρα με τέτοια ηρεμία ώστε κανείς δεν σκέφτεται να τη δει.
Ο δράστης δεν χάθηκε στο σκοτάδι. Κρύφτηκε στο φως της καθημερινότητας. Δεν πανικοβλήθηκε δεν έσπασε . Δεν κλιμάκωσε. Δεν εξαφανίστηκε. Τελείωσε και επέστρεψε στη ζωή του σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα.
Στη λογική της σύγχρονης εγκληματολογικής ανάλυσης, όπως την περιγράφει ο Paul Holes, “the crime is over in minutes, but the story lives in the hours after” και “the most dangerous offender is the one who never feels the need to run.” Γιατί σε τέτοια εγκλήματα, δεν προδίδει τον δράστη η στιγμή της βίας, αλλά η άνεση που ακολούθησε. Οι ώρες σιωπής. Η απουσία βιασύνης. Η βεβαιότητα ότι τίποτα δεν θα τον αγγίξει.
Και κάπου σε μια λεπτομέρεια που δεν φώναξε ποτέ υπάρχει ήδη η απάντηση….. Εκεί βρίσκεται η αλήθεια που ακόμη περιμένει να ειπωθεί.
“The silent observer knows more than the loudest witness ever will.”
«Ο σιωπηλός παρατηρητής ξέρει περισσότερα από όσα θα μάθει ποτέ ο πιο δυνατός μάρτυρας.»