Γράφει ο Π. Κουμουνδούρος: Το σχολείο χωρίς ασπίδα

Ιανουαρίου 17, 2026

Δεν υπήρξαν χειροπέδες.

Δεν υπήρξε αυτόφωρο.

Δεν υπήρξε σύλληψη μέσα στο σχολείο.

Κι όμως, το αποτύπωμα έμεινε.

Η διάψευση της ΕΛ.ΑΣ. ήρθε γρήγορα και κατηγορηματικά, με τη γλώσσα της διοικητικής ακρίβειας, καμία σύλληψη, καμία εφαρμογή αυτόφωρης 

διαδικασίας, καμία εικόνα αστυνομικής επέμβασης εντός σχολικού χώρου. 

Τα εμπλεκόμενα πρόσωπα μεταφέρθηκαν στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα για προανακριτικούς λόγους, άλλοι με υπηρεσιακό όχημα, άλλοι αυτοβούλως. 

Τα δημοσιεύματα, ειπώθηκε, δημιούργησαν εσφαλμένες εντυπώσεις.

Όμως οι εντυπώσεις δεν γεννιούνται από το τίποτα.

Και ο φόβος δεν χρειάζεται χειροπέδες για να εγκατασταθεί.

Το περιστατικό στη Νέα Ιωνία, ένας λεκτικός διαπληκτισμός, μια κλήση στην Άμεση Δράση, μια μήνυση για απειλή και εξύβριση, δεν είναι εξαίρεση. 

Είναι σύμπτωμα. Σύμπτωμα ενός σχολείου που λειτουργεί ολοένα και συχνότερα χωρίς θεσμική προστασία, εκτεθειμένο σε κοινωνικές εντάσεις, σε γονεϊκές πιέσεις και σε νομικές απειλές που μετατρέπουν την παιδαγωγική πράξη σε εν δυνάμει ποινικό αδίκημα.

Οι εκπαιδευτικοί δεν φοβούνται τόσο τη σύλληψη όσο τη διαρκή επισφάλεια. Την αίσθηση ότι κάθε λέξη μπορεί να παρερμηνευθεί, κάθε απόφαση να ποινικοποιηθεί, κάθε σύγκρουση να καταλήξει σε μήνυση. Ότι ο ρόλος τους μετατοπίζεται επικίνδυνα, από παιδαγωγοί και λειτουργοί της εκπαίδευσης, σε πρόσωπα που οφείλουν διαρκώς να απολογούνται.

Το σχολείο, όμως, δεν είναι χώρος αστυνομικής διαχείρισης. Είναι χώρος σχέσεων. Και οι σχέσεις δεν αντέχουν να λειτουργούν υπό καθεστώς φόβου. Όταν ο εκπαιδευτικός σκέφτεται πρώτα τον δικηγόρο και μετά τον μαθητή, τότε η παιδαγωγική έχει ήδη υποχωρήσει. Όχι επειδή οι εκπαιδευτικοί δεν θέλουν να αναλάβουν ευθύνη, αλλά επειδή το σύστημα τούς αφήνει εκτεθειμένους.

Η παρέμβαση της Πανελλήνιας Επιστημονικής Ένωσης Διευθυντών και Διευθυντριών δεν εξέφρασε μια συντεχνιακή αγωνία. Έθεσε ένα βαθιά θεσμικό ερώτημα. Ποιος προστατεύει τον εκπαιδευτικό όταν το κράτος απουσιάζει; Ποιος ορίζει τα όρια ανάμεσα στη διοικητική ευθύνη και την ποινική στοχοποίηση; Και ποιος εγγυάται ότι μια σχολική σύγκρουση δεν θα μετατρέπεται αυτομάτως σε αστυνομική υπόθεση;

Η ανάγκη για θεσμική και νομική στήριξη των εκπαιδευτικών δεν είναι προνόμιο ούτε υπεκφυγή. Είναι αναγκαία συνθήκη για να λειτουργήσει το δημόσιο σχολείο. Απαιτείται σαφές νομικό πλαίσιο που να προστατεύει τους διευθυντές και τους διδάσκοντες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Πρόβλεψη για ουσιαστική νομική κάλυψη σε περιπτώσεις καταχρηστικών μηνύσεων. Καθαροί κανόνες που να διαχωρίζουν την παιδαγωγική και διοικητική λειτουργία από την ποινική δίωξη.

Σήμερα, πολύ συχνά, τίποτα από αυτά δεν είναι δεδομένο.

Η πολιτεία ζητά από το σχολείο να απορροφά κοινωνικές εντάσεις, να διαχειρίζεται ανισότητες, να λειτουργεί ως τελευταίο ανάχωμα συνοχής. Όταν όμως προκύπτει σύγκρουση, αποσύρεται. Και το βάρος μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στον

εκπαιδευτικό, χωρίς ασπίδα, χωρίς θεσμική στήριξη, χωρίς νομική κάλυψη.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σχολείο που λειτουργεί αμυντικά. 

Ένα σχολείο επιφυλακτικό, φοβισμένο, εγκλωβισμένο σε πρακτικές αυτοπροστασίας. 

Και αυτό δεν είναι σχολείο που μορφώνει· είναι σχολείο που απλώς αντέχει.

Η διάψευση της Αστυνομίας αποκατέστησε την τυπική αλήθεια. Δεν απάντησε όμως στο ουσιαστικό ερώτημα, πώς διασφαλίζεται ότι η εκπαιδευτική πράξη δεν θα σύρεται στα όρια της ποινικής διαδικασίας κάθε φορά που το κράτος αδυνατεί να στηρίξει το ίδιο του το σύστημα;

Οι χειροπέδες μπορεί να ήταν ανύπαρκτες.

Ο φόβος όμως είναι παρών.

Και όσο το σχολείο παραμένει χωρίς θεσμική και νομική ασπίδα,

ο φόβος θα συνεχίσει να διαβρώνει σιωπηλά την εκπαιδευτική πράξη.

Αν θέλουμε σχολεία ανοιχτά, δημοκρατικά και ζωντανά,

οφείλουμε πρώτα να προστατεύσουμε εκείνους που τα κρατούν όρθια.