Γράφει ο Π. Κουμουνδούρος: Μήπως φταίνε οι εργάτριες;

Ιανουαρίου 29, 2026

Ας ειπωθούν, λοιπόν, στην μνήμη αυτών των γυναικών ορισμένες αλήθειες.

 

Δεν ήταν «κακιά στιγμή», ούτε «τραγική σύμπτωση». Ήταν το φυσικό τέλος μιας διαδρομής που χαράχτηκε χρόνια πριν, όταν η ανθρώπινη εργασία μετρήθηκε ως κόστος και η ζωή ως παράπλευρη απώλεια. Όταν το κράτος αποσύρθηκε από τον ρόλο της προστασίας και ανέλαβε τον ρόλο του διαχειριστή των απαιτήσεων του κεφαλαίου.

Πέντε γυναίκες δεν γύρισαν στα σπίτια τους. Και μαζί τους δεν γύρισαν οι λέξεις «ασφάλεια», «πρόληψη», «δικαίωμα». Έμειναν πίσω σε δελτία Τύπου, σε πίνακες, σε στατιστικές που ξέρουν καλά να κρύβουν το αίμα.

Η εργασία, σε αυτή τη χώρα, δεν σκοτώνει επειδή είναι επικίνδυνη. Σκοτώνει επειδή είναι απροστάτευτη. Σκοτώνει επειδή το κράτος επέλεξε να μην ελέγχει. Επειδή οι επιθεωρήσεις υποστελεχώθηκαν συνειδητά. Επειδή η πρόληψη θεωρήθηκε «γραφειοκρατικό βάρος» για τη βιομηχανία. Επειδή οι κυβερνήσεις, διαδοχικά και με συνέπεια, υπέγραψαν την υποχώρηση μπροστά στις πιέσεις των εργοδοτικών ενώσεων.

Η πρώτη εκτίμηση μιλά για διαρροή υγραερίου. Σωλήνες φθαρμένοι, συντηρήσεις που αναβάλλονταν, έλεγχοι που δεν έγιναν ποτέ. Όχι γιατί δεν υπήρχε γνώση, αλλά γιατί υπήρχε κόστος. Κάθε βίδα που δεν άλλαξε, κάθε έλεγχος που μετατέθηκε, ήταν επιλογή υπέρ του κέρδους και εις βάρος της ζωής.

Η διαρροή δεν ήταν απρόβλεπτη. Ήταν αναμενόμενη. Όπως αναμενόμενο είναι το αποτέλεσμα όταν η υγεία και η ασφάλεια θεωρούνται «έξοδο». Όταν το κράτος αποσύρεται από τον έλεγχο και η εργοδοσία ξέρει πως δύσκολα θα ελεγχθεί και ακόμη δυσκολότερα θα τιμωρηθεί

Το δίκτυο ήταν σουρωτήρι. Όπως σουρωτήρι είναι και ο έλεγχος. Σουρωτήρι η ευθύνη. Σουρωτήρι η προστασία της εργασίας. Το υγραέριο διέρρευσε γιατί οι σωλήνες είχαν φθαρεί, αλλά η φθορά δεν ήταν υλική μόνο, ήταν θεσμική και πολιτική. Όταν οι έλεγχοι λιγοστεύουν όσο αυξάνονται τα ατυχήματα, όταν οι διερευνήσεις μειώνονται την ώρα που οι νεκροί πολλαπλασιάζονται, τότε το σύστημα λειτουργεί όπως το δίκτυο. Αφήνει να περνά ο κίνδυνος, αφήνει να περνά ο θάνατος, κρατά μόνο ό,τι δεν ενοχλεί την κερδοφορία. Κάθε διαρροή είναι προειδοποίηση. Κάθε προειδοποίηση που αγνοείται είναι απόφαση.

Όταν, ενώ ακόμη καπνίζουν τα συντρίμμια και πέντε εργάτριες δεν έχουν καν ταφεί, ο Άδωνης Γεωργιάδης  βγαίνει δημόσια για να διαβεβαιώσει ότι το εργοστάσιο ήταν «σύγχρονο», «ελεγμένο», «υποδειγματικό», δεν πρόκειται για ατυχή δήλωση· πρόκειται για ωμό κυνισμό και θεσμική αναλγησία. Αντί για σεβασμό, σιωπή και αναμονή της διερεύνησης, προσφέρεται πολιτική προστασία στον εργοδότη, στήνεται εκ των προτέρων ένα αφήγημα αθώωσης, μετατοπίζεται υπόγεια η ευθύνη προς τα θύματα. Είναι η στιγμή που η κυβέρνηση αποκαλύπτεται, όχι ως εγγυήτρια της ασφάλειας, αλλά ως ασπίδα της εργοδοσίας. Εδώ, όμως, το μπάζωμα δεν τους βγήκε. Γιατί οι νεκρές δεν είναι αριθμοί, γιατί η φωτιά άφησε ίχνη, γιατί η κοινωνία βλέπει πια καθαρά ποιος μιλά πρώτος και για ποιον και ποιος μένει τελευταίος, καμένος και ανώνυμος, στο όνομα της «ανάπτυξης».

Από τα μνημόνια και μετά, η εργασία απογυμνώθηκε. Οι συλλογικές συμβάσεις διαλύθηκαν. Το ωράριο έγινε λάστιχο. Η εντατικοποίηση βαφτίστηκε «ευελιξία». Η ανασφάλεια παρουσιάστηκε ως «ανταγωνιστικότητα». Η τρόικα δεν απαίτησε απλώς αριθμούς. Απαίτησε πειθαρχία. Και η πειθαρχία αυτή γράφτηκε πάνω σε σώματα.

Επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, και τα εργατικά δυστυχήματα σπάνε ρεκόρ. Όχι παρά την «ανάπτυξη», αλλά εξαιτίας της. Γιατί η ανάπτυξη αυτή πατά πάνω σε 13ωρα, σε εξουθενωμένους εργάτες, σε φόβο, σε σιωπή. Πατά πάνω σε εργαζόμενους που δεν μιλούν γιατί ξέρουν ότι η απόλυση καραδοκεί. Που υπογράφουν «οικειοθελείς» υπερωρίες. Που δουλεύουν με μπλοκάκι ενώ είναι κανονικοί μισθωτοί, για να εξαφανίζεται η εργοδοτική ευθύνη.

Η ηλεκτρονική κάρτα εργασίας παρουσιάστηκε ως πρόοδος. Στην πράξη, έγινε άλλο ένα φύλλο συκής. Καταγράφει χρόνο, αλλά όχι πίεση. Μετρά λεπτά, αλλά όχι φόβο. Δεν εμποδίζει την εντατικοποίηση, δεν σταματά τα ατυχήματα, δεν προστατεύει το σώμα. Όπως και οι «ανεξάρτητες αρχές»: ανεξάρτητες μόνο από τους εργαζόμενους, ποτέ από τις κυβερνητικές επιλογές και τα συμφέροντα των βιομηχάνων.

Διακόσιοι τριάντα τρεις επιθεωρητές για χιλιάδες επιχειρήσεις. Τέσσερις για δεκάδες χιλιάδες χώρους δουλειάς. Όχι από αμέλεια. Από πολιτική απόφαση. Γιατί ο έλεγχος ενοχλεί. Γιατί κοστίζει. Γιατί η ζωή του εργάτη ζυγίζεται λιγότερο από την «ομαλή λειτουργία της αγοράς».

 

Η βιομηχανία ΒΙΟΛΑΝΤΑ λειτούργησε ως εργατικό γκέτο. Ένας κλειστός χώρος όπου απαγορευόταν στο Εργατικό Κέντρο να έχει επαφή με τους εργαζόμενους και να πραγματοποιεί αυτοψίες. Όχι για λόγους τάξης ή ασφάλειας, αλλά για να διατηρείται ο απόλυτος έλεγχος. Η απαγόρευση της συλλογικής παρουσίας δεν είναι ουδετερότητα· είναι μηχανισμός πειθάρχησης. Εκεί όπου αποκλείονται τα συνδικάτα, η εργοδοσία δρα ανεξέλεγκτα και η εργασία μετατρέπεται σε καθεστώς φόβου, σιωπής και υποταγής.

Η υγεία και η ασφάλεια στην εργασία δεν παραβιάζονται από αμέλεια, αλλά από επιλογή. Όταν η εργοδοσία μειώνει τη συντήρηση, παρακάμπτει ελέγχους, εντατικοποιεί την εργασία και μετατρέπει τα μέτρα προστασίας σε τυπικές υπογραφές, αναλαμβάνει συνειδητά την ευθύνη για το αποτέλεσμα. Το κράτος, με τους ελάχιστους ελέγχους και την ανοχή του, λειτουργεί ως συνεργός. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε «ατύχημα» είναι προϊόν ταξικής πολιτικής που θυσιάζει την ανθρώπινη ζωή στον βωμό της κερδοφορίας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλά για «κανόνες». Μα οι κανόνες της δεν γράφτηκαν για να προστατεύουν τους εργαζόμενους, αλλά για να διασφαλίζουν την κερδοφορία. Η λιτότητα δεν ήταν ποτέ ουδέτερη. Ήταν ταξική. Και κάθε νεκρός στους χώρους δουλειάς είναι η απόδειξη ότι αυτή η πολιτική έχει υλικό αποτέλεσμα: σπασμένες πλάτες, κομμένα χέρια, νεκρά κορμιά.

Οι εργαζόμενοι δεν πεθαίνουν γιατί δεν προσέχουν. Πεθαίνουν γιατί δουλεύουν κουρασμένοι. Γιατί φοβούνται να αρνηθούν. Γιατί ξέρουν ότι αν μιλήσουν, θα αντικατασταθούν. Γιατί η εργοδοσία έχει το πάνω χέρι και το κράτος κάνει πως δεν βλέπει.

 

Οι εργατικοί θάνατοι είναι δολοφονίες διαρκείας, με πολιτική υπογραφή.

Και όμως, μέσα στο σκοτάδι, υπάρχει φως. Είναι η μνήμη. Είναι η οργάνωση. Είναι η συλλογική φωνή που αρνείται να δεχτεί ότι η εργασία πρέπει να σκοτώνει για να αποδίδει. Είναι η απαίτηση για πραγματικούς ελέγχους, για στελέχωση, για συλλογικές συμβάσεις, για χρόνο ανθρώπινο, για ζωή πάνω από το κέρδος.

Οι πέντε γυναίκες δεν ήταν εξαίρεση. Ήταν προειδοποίηση.

Και όποιος συνεχίζει να μιλά για «ατυχήματα», απλώς προσπαθεί να ξεπλύνει την ενοχή του.

Και όμως, υπάρχει φωνή. Η φωνή των εργαζομένων που αρνούνται να δεχτούν ότι η εργασία πρέπει να σκοτώνει για να αποδίδει.

Γιατί ένα κράτος που μετρά ζωές με φίλτρα, για κυβερνήσεις που υπέγραψαν την απορρύθμιση, για μια Ευρώπη που ονόμασε τη λιτότητα «κανόνα» και την εξόντωση «παράπλευρη απώλεια». Όσο η εργασία θα αντιμετωπίζεται ως κόστος και η ασφάλεια ως εμπόδιο, οι χώροι δουλειάς θα παραμένουν παγίδες. Η αλήθεια δεν χωρά άλλο σε πίνακες και δελτία. Ή θα αλλάξει η πολιτική που σκοτώνει, ή οι νεκροί θα συνεχίσουν να επιστρέφουν ως αριθμοί. Και αυτή τη φορά, δεν θα πούμε ότι δεν ξέραμε.