
.© 2023 laconiatv.gr. All Rights Reserved. Designed By hit-media.gr
Γράφει ο Λάμπρος Λαμπρόπουλος
Η επαναλειτουργία των παλατιών του Μυστράς μετά από 42 χρόνια εργασιών αποκατάστασης και ανάδειξης δεν είναι απλώς ένα πολιτιστικό γεγονός. Είναι μια στιγμή ιστορικής δικαίωσης για έναν τόπο που κουβαλά το τελευταίο μεγάλο κεφάλαιο του Βυζαντίου.
Τα εγκαίνια του πλήρως αποκατεστημένου Παλατιού των Δεσποτών τον Μάιο του 2026 με την παρουσία του ίδιου του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη , έκλεισαν έναν κύκλο αναμονής που ξεκίνησε ήδη από το 1984, όταν άρχισαν οι πρώτες συστηματικές επεμβάσεις στο μνημείο.

Το ερώτημα όμως παραμένει ουσιαστικό:
άξιζε να περάσουν τέσσερις δεκαετίες για να αποδοθεί ξανά το μνημείο στο κοινό;
Το Παλάτι των Δεσποτών δεν είναι ένα ακόμη ιστορικό κτίσμα.
Ένα μοναδικό μνημείο του Βυζαντίου.
Πρόκειται για το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό ανακτορικό συγκρότημα στον ελλαδικό χώρο, ένα μνημείο που υπήρξε πολιτικό και διοικητικό κέντρο του Δεσποτάτου του Μορέως.
Στα ίδια αυτά κτίρια περπάτησαν οι τελευταίοι Παλαιολόγοι, λίγο πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης.
Εκεί διαμορφώθηκε ένα από τα τελευταία πνευματικά κέντρα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, η λεγόμενη «Παλαιολόγεια Αναγέννηση», που επηρέασε ακόμη και την ιταλική Αναγέννηση μέσω λογίων που έφυγαν από τον Μυστρά προς τη Δύση.
Το ίδιο το συγκρότημα είναι αποτέλεσμα διαδοχικών οικοδομικών φάσεων από τον 14ο και 15ο αιώνα, με τις πτέρυγες των Καντακουζηνών και των Παλαιολόγων να αποτελούν τα σημαντικότερα τμήματά του.
Η απλή απάντηση είναι: επειδή επρόκειτο για ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο.
Η ουσιαστική αποκατάσταση ξεκίνησε το 1984 και συνεχίστηκε σε διαφορετικές φάσεις επί δεκαετίες.
Οι εργασίες δεν αφορούσαν μόνο αισθητικές παρεμβάσεις, αλλά στατική ενίσχυση, αρχιτεκτονική τεκμηρίωση, συντήρηση αυθεντικών δομικών στοιχείων, ανακατασκευή τμημάτων και προστασία του μνημείου από τη φθορά του χρόνου και τα καιρικά φαινόμενα.
Σε αντίθεση με ένα σύγχρονο κτίριο, κάθε λίθος του παλατιού έπρεπε να μελετηθεί ξεχωριστά. Οι ειδικοί έπρεπε να ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο κινδύνους:
Αυτός είναι ο βασικός λόγος που οι αποκαταστάσεις μνημείων τέτοιας σημασίας συχνά διαρκούν δεκαετίες. Το βλέπουμε και σε άλλα μεγάλα έργα πολιτιστικής κληρονομιάς διεθνώς.
Ο αρχιτέκτονας και αναστηλωτής Στέφανος Σίνος, που συνδέθηκε για δεκαετίες με τις εργασίες στον Μυστρά, είχε περιγράψει ήδη από τη δεκαετία του 1950 την εικόνα του παλατιού ως «άγρια και επικίνδυνη». Αυτό δείχνει πόσο κρίσιμη ήταν η ανάγκη επέμβασης.
Παρότι το τελικό αποτέλεσμα εντυπωσιάζει, η καθυστέρηση είχε τίμημα.
Για δεκαετίες:
Πολλοί κάτοικοι της Σπάρτης και της Λακωνίας αισθάνονταν ότι το έργο προχωρούσε βασανιστικά αργά, με συνεχείς φάσεις εργασιών, χρηματοδοτικών δυσκολιών και γραφειοκρατίας.
Ήδη από το 2002 δημοσιεύματα μιλούσαν για αποκατάσταση που «προχωρά αργά αλλά σταθερά».
Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζει τέτοιου είδους έργα περισσότερο ως διοικητικές υποχρεώσεις και λιγότερο ως στρατηγικές επενδύσεις πολιτισμού και ανάπτυξης.
Παρά τις καθυστερήσεις, το αποτέλεσμα θεωρείται πλέον από πολλούς υποδειγματικό.
Το παλάτι αποδόθηκε:

Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, ο επισκέπτης μπορεί να αντιληφθεί όχι μόνο τα ερείπια αλλά την πραγματική κλίμακα και λειτουργία ενός βυζαντινού ανακτόρου.
Η αναστήλωση ξαναζωντάνεψε την αίθουσα του θρόνου, τα επίσημα διαμερίσματα και τη συνολική αίσθηση της βυζαντινής αυλής.
Παράλληλα, ο Μυστράς αποκτά πλέον ισχυρότερη δυναμική:
Αν η ερώτηση είναι αν «άξιζε» να περιμένει κανείς 42 χρόνια, η απάντηση μάλλον είναι ΟΧΙ.
Κανένα μνημείο τέτοιας σημασίας δεν θα έπρεπε να μένει επί δεκαετίες ημιτελές ή περιορισμένα προσβάσιμο.
Αν όμως η ερώτηση είναι αν άξιζε να γίνει σωστά, με επιστημονική σοβαρότητα και σεβασμό στην αυθεντικότητα του μνημείου, τότε η απάντηση είναι μάλλον ΝΑΙ.
Ο Αρχαιολογικός Χώρος Μυστρά δεν είναι απλώς ένας τουριστικός προορισμός.
Είναι ένα από τα τελευταία ζωντανά ίχνη του ύστερου Βυζαντίου και ίσως το πιο συγκινητικό σύμβολο της μετάβασης από τον μεσαιωνικό ελληνισμό στη νεότερη εποχή.
Η αναστήλωση των παλατιών δεν αποκατέστησε μόνο πέτρες και τοίχους.
Αποκατέστησε ένα κομμάτι ιστορικής μνήμης που για δεκαετίες έμενε σιωπηλό.
Και επειδή πάντα ξεχνάμε τους ανθρώπους που δούλεψαν για αυτό το έργο , να δώσουμε συγχαρητήρια στην Αρχαιολογία Σπάρτης και ειδικά στην Ευαγγελία Πάντου ως Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας και φυσικά σε όσους πέρασαν σ΄ αυτά τα 42 χρόνια εργασιών.
ΥΓ.
Οι φωτογραφίες της ΕΡΤ είναι χαρακτηριστικές

