Γράφει ο Π. Κουμουνδούρος: Το Θέατρο των Σκιών και η Εποχή των Τεράτων

Το δράμα με την ελληνική πολιτική σκηνή δεν είναι ότι οι παραστάσεις της είναι κακές. Το δράμα είναι ότι ο θίασος είναι πάντοτε ο ίδιος, οι θεατές γνωρίζουν το φινάλε από την πρώτη πράξη, κι όμως όλοι μαζί—ηθοποιοί, υποβολείς και κοινό—υποκρινόμαστε τους έκπληκτους. Εδώ και τρία χρόνια, παρακολουθούμε ένα πολιτικό σενάριο τόσο κακογραμμένο, που ακόμα και ο τελευταίος επαρχιακός κριτικός θα το είχε απορρίψει. Ο Πρωταγωνιστής, αφού αποσύρθηκε για λίγο στα παρασκήνια για να ξεσκονίσει το κοστούμι του, ετοιμάζεται για τη Μεγάλη Επάνοδο. Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει από το παραβάν στην πλατεία. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν θα ανέβει ξανά στη σκηνή, αλλά αν έχει αλλάξει το έργο.

Διότι, αγαπητοί μου, αν πρόκειται για μια απλή ανακύκλωση της ίδιας παλιάς, κουρασμένης επιθεώρησης, το καινούργιο—που έρχεται ήδη ασθμαίνοντας και με κομμένη την ανάσα—θα μοιάζει απελπιστικά με το παλιό.

Για να μετατραπεί μια θεατρική επιστροφή σε ιστορική περίοδο, δεν αρκεί η νοσταλγία των θεατών. Απαιτούνται όροι αντικειμενικοί. Και η Ιστορία, αυτή η ειρωνική κυρία, έχει φροντίσει να αφήσει δύο τεράστια, κραυγάζοντα κενά στο σκηνικό:

Το Κενό της Αντιπολίτευσης: Ζούμε σε μια στρεβλή, καχεκτική δημοκρατία, όπου το καθεστώς των ολιγαρχικών συμφερόντων παίζει χωρίς αντίπαλο. Οι κομματικοί τους υπηρέτες μοιράζουν τα ιμάτια του δημόσιου πλούτου, κι από την άλλη πλευρά ακούγεται μόνο ένας ψίθυρος. Δεν υπάρχει δομική, ριζοσπαστική αντιπολίτευση· υπάρχει μόνο μια θεσμική γκρίνια.

Το Κενό της Αντιπροσώπευσης: Η λαϊκή κυριαρχία έχει καταντήσει ανέκδοτο των σαλονιών. Ο πολίτης δεν αποστασιοποιείται απλώς· περιφρονεί. Κοιτάζει τα κόμματα με τη δυσπιστία που κοιτάζει κανείς έναν έμπορο μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που προσπαθεί να του πουλήσει ένα τρακαρισμένο σαράβαλο για καινούργιο.

«Όταν το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί, εμφανίζεται μια μεγάλη ποικιλία νοσηρών συμπτωμάτων. Ζούμε στην εποχή των τεράτων.» — Αντόνιο Γκράμσι

Έχει, λοιπόν, το «εγχείρημα Τσίπρα» τις υποκειμενικές δυνατότητες να γεφυρώσει αυτά τα χάσματα; Θέλει και, κυρίως, μπορεί να γίνει ένας δυναμικός πόλος πραγματικής ισχύος;

Το 2023, η απάντηση που έδωσε ο ίδιος και ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα ηχηρό, αυτοκαταστροφικό «όχι». Χάθηκαν μέσα σε έναν πολιτικό αυνανισμό, μια ακραία εσωκομματική φαγωμάρα—ένα κόμμα-φάντασμα μέσα στο κόμμα—και σε κάτι παιδαριώδεις, κατά φαντασίαν συμμαχίες με το ΠΑΣΟΚ που θύμιζαν συνοικέσιο απελπισμένων. Εκεί γράφτηκε η ληξιαρχική πράξη θανάτου εκείνης της περιόδου.

Τώρα, το δίλημμα επανέρχεται αμείλικτο, γυμνό από ιδεολογικά στολίδια: Διαχείριση ή Ρήξη;

Στην πολιτική στρατηγική δεν υπάρχουν σολομώντειες λύσεις. Ή συγκρούεσαι με τις ολιγαρχικές συμμορίες και τους μηχανισμούς της βίαιης κερδοσκοπίας, ή γίνεσαι ο επόμενος διαχειριστής της μιζέριας. Αν το «νέο» εγχείρημα επιδιώκει απλώς να χαϊδέψει τα αυτιά του συστήματος, αν ορισμένα μεγάλα συμφέροντα το ανέχονται ή το σπρώχνουν διακριτικά για να οδηγήσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις σε «ήρεμα, συστημικά νερά», τότε η παράσταση έχει ήδη αποτύχει πριν την πρεμιέρα. Χωρίς βαθιές, αιματηρές τομές, ακόμα και η απλή διαχείριση της καθημερινότητας θα είναι μια προβληματική παρωδία.

Το καθεστώς Μητσοτάκη έχει απονομιμοποιηθεί πλήρως στη συνείδηση της πλειοψηφίας. Το κράτος των έκτακτων εξουσιών, του εκφοβισμού και της θεσμικής τρομοκρατίας έφαγε τα ψωμιά του, έφτασε στα ακραία του όρια και πλέον σαπίζει όρθιο.

Όμως, προσοχή. Το γεγονός ότι ο ένας θιασάρχης αποδοκιμάζεται, δεν σημαίνει ότι ο επόμενος θα χειροκροτηθεί. Το καινούργιο έρχεται ασθμαίνοντας, φορώντας τα παλιά ρούχα του προκατόχου του. Ζούμε πράγματι στην εποχή των τεράτων. Και το μόνο που μας απομένει είναι να ελπίζουμε—ή μάλλον να παλέψουμε—ώστε αυτή η μακάβρια παράσταση να μην παραταθεί για πολύ ακόμα. Αυλαία.