Κάθε που αρχίζει μια σχολική χρονιά η μνήμη στρέφεται στους Ήρωες Δασκάλους του παρελθόντος και υποκλίνεται μπροστά τους με σεβασμό, γιατί ήταν αυτοί που, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, πήραν στοργικά από το χέρι την πεντάρφανη Παιδεία και μέσα από Συμπληγάδες, μέσα από Σκύλες και Χάρυβδες και Σειρήνες, μόνοι και αβοήθητοι, κακοπληρωμένοι και διαρκώς υπό διωγμόν, κατάφεραν να την φέρουν ζωντανή στο Σήμερα.
Τότε, ΟΛΑ τα χωριά μας έσφυζαν από ζωή και τα σχολεία τους ήταν γεμάτα από πλήθος μαθητών, που ΕΝΑΣ Δάσκαλος (συνήθως) καλούνταν από την πολιτεία να τα μάθει γράμματα. Έχουν να λένε οι παλιότεροι για 1 Δάσκαλο ακόμα και με 100 μαθητές, που πάσχιζε και μάτωνε, κυριολεκτικά, κάθε μέρα, πρωί και απόγευμα, επτά μέρες την εβδομάδα, για ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτό που του ’λεγε η καρδιά, το Χρέος και η συνείδησή του, να μάθουν, δηλαδή, τα παιδάκια του Λαού γράμματα, να φωτιστεί ο νους τους και να γίνει δυνατή η ψυχή τους.
Ο Δάσκαλος εκείνου του καιρού ήταν υποχρεωμένος από το Κράτος και από την Υπηρεσία να διαμένει στον τόπο που είχε διοριστεί και να μην απομακρύνεται απ’ αυτόν, για κανένα λόγο, χωρίς ειδική άδεια από τον Επιθεωρητή, η οποία δύσκολα δινόταν.
Επομένως, το πρώτο μέλημα του Δασκάλου, όταν πήγαινε στο χωριό, ήταν να βρει ένα σπίτι για να μείνει. Κι αυτό ήταν ένας αγώνας και μια αγωνία για τον Δάσκαλο, μιας και διαθέσιμα σπίτια, τότε δεν υπήρχαν κι αν τελικά κατάφερνε να βρει ένα σπίτι ή ένα δωμάτιο ήταν, συνήθως, σε συνθήκες … .
Πέρασαν χρόνια πολλά έως ότου η πολιτεία αλλά και οι τοπικές κοινωνίες κατανοήσουν αυτό το πρόβλημα ζωής και επιβίωσης του Δασκάλου και να προσπαθήσουν να δώσουν μια λύση, χτίζοντας στο χώρο του σχολείου ένα δωμάτιο για τον Δάσκαλο ή παραχωρώντας του ένα χώρο του Σχολείου, κάποιο γραφείο ή μια αποθήκη για τη διαμονή του.

«Καμαρούλα μια σταλιά» το δωμάτιο του Δασκάλου διαμορφωνόταν από τον ίδιο για τις απόλυτα βασικές του ανάγκες:
Ένα ράντζο με σουμιέ ή χωρίς ή ένα ξυλοκρέβατο για να κοιμάται και να ξεκουράζει το ταλαίπωρο κορμί του, μια κουρελού μπροστά στο κρεβάτι για να μην ξεπαγιάζουν τα πόδια του τον χειμώνα, μια ντουλαπίτσα για να βάζει τα αναγκαία, ένα ξυλοτράπεζο που ήταν γραφείο για να διαβάζει, να γράφει και να διορθώνει αλλά και τραπέζι εκστρατείας για να τρώει, μια καρέκλα ψάθινη, μια ξυλόσομπα μες στη μέση για να ζεσταίνεται το χειμώνα με ξύλα που του ’φερναν τα παιδιά από το σπίτι, μια λάμπα πετρελαίου, έναν φακό για νυχτερινή ώρα ανάγκης, ένα καμινέτο οινοπνεύματος για να ψήνει τον καφέ του, ένα καφόμπρικο, ένα καφοκούτι και μια ζαχαριέρα, ένα φλιτζάνι, ένα πιάτο αλουμινένιο (για να μη σπάζει) γεμάτο βαθουλώματα από τα χτυπήματα, ένα κουτάλι, ένα πιρούνι, ένα μαχαίρι, ένα κύπελλο αλουμινένιο για να πίνει νερό και γάλα όταν έβρισκε και μια λινή πετσετούλα, ήταν όλη η προίκα και το νοικοκυριό του Δασκάλου εκείνου του καιρού.
Για τουαλέτα χρησιμοποιούσε εκείνη του σχολείου και μπάνιο έκανε στο δωματιάκι του με μια σκάφη και μια κατσαρόλα νερό που ζέσταινε στη σόμπα. Και για να ‘χει το φτωχικό του δωμάτιο μια νότα ομορφιάς και παρηγόριας, έπαιρνε, ο καημένος ο Δάσκαλος, ένα- δυο χάρτες του σχολείου και πίνακες Ηρώων του ’21 και τους κρέμαγε στους τοίχους. Κάποιοι Δάσκαλοι Ήρωες ίσως είχανε μια γκαζιέρα, μια κατσαρόλα κι ένα τηγάνι για να μαγειρεύουν (ΤΙ και ΠΟΤΕ να μαγειρέψουν;), αλλά οι περισσότεροι ζούσαν κι έτρωγαν από τα φιλέματα των χωριανών ή ένα πιάτο φαΐ που τους έστελναν οι γονείς των μαθητών τους, οι οποίοι έβλεπαν, αναγνώριζαν κι εκτιμούσαν τον σκληρό αγώνα του Δασκάλου για να μάθουν τα παιδιά τους λίγα γράμματα και να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.
Σ’ αυτά τα πάμφτωχα και μοναχικά δωματιάκια, στις ακριές της Ελλάδας, σε βουνά, σε κάμπους και σε ξερονήσια, έζησαν οι παλαιοί Ήρωες Δάσκαλοι, οι οποίοι ακόμα κι αν είχαν οικογένεια σπάνια την έπαιρναν μαζί τους σ’ αυτούς τους τόπους της «εξορίας», προτιμώντας να βγάλουν πέρα μόνοι αυτό το σκληρό ταξίδι, παρά να θυσιάσουν ΚΑΙ τις οικογένειές τους.
Σήμερα, αν οι γονείς, οι μαθητές, οι εκπαιδευτικοί, οι κυβερνώντες αλλά και η κοινωνία ολόκληρη, σταθούν λίγα λεπτά μπροστά στα δωματιάκια αυτών των παλαιών Δασκάλων, τα οποία μόνο ως μουσειακά εκθέματα έχουν διασωθεί, αν κλείσουν τα μάτια και καταφέρουν να κατανοήσουν και να νιώσουν πώς και με ποιες θυσίες πρόσφεραν γνώση και αγωγή εκείνοι οι Ήρωες Δάσκαλοι, τότε, ΝΑΙ, ίσως γίνουμε ΟΛΟΙ καλύτεροι και καταφέρουμε να φτιάξουμε ένα καλύτερο Σχολείο και να πάμε την Ελλάδα μας ένα βήμα πιο πέρα.
Οι παλαιοί Ήρωες Δάσκαλοι ποτέ δε γύρεψαν και δεν αξίωσαν ΤΙΠΟΤΕ για τις θυσίες τους. Ούτε καν ένα «ευχαριστώ». Μόνο να τους θυμόμαστε θέλουν οι ψυχές τους, να τους ανάβουμε ένα κεράκι μνήμης και να αγαπάμε τα παιδιά, το Σχολείο και την Ελλάδα, έτσι όπως αγάπησαν κι εκείνοι.
Εκείνη η Σημαία του Σχολείου, στη φωτογραφία, στηριγμένη όρθια στη γωνιά του δωματίου του Δασκάλου, σημαίνει τα πάντα και τα λόγια είναι περιττά.
Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ό,τι σ’ απόμεινε ακόμη στη ζωή σου,
Μην τ’ αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτίσ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!
Κωστής Παλαμάς, “Στον Δάσκαλο”
Σπάρτη 22-9-2026
Βαγγέλης Μητράκος

*Η φωτογραφίες από το «Δωμάτιο του Δασκάλου» προέρχονται από το Μουσείο Δημοτικής Εκπαίδευσης στο χωριό Ψάρι Μεγαλοπόλεως, στη Γορτυνία Αρκαδίας. Το Μουσείο λειτουργεί από το 2019 στους χώρους του παλιού πέτρινου σχολείου, το οποίο λειτούργησε ως μονοθέσιο από το 1932 έως το 1987 και ενός νεόδμητου μουσειακού χώρου, που κτίσθηκε το 2000 σε επαφή με το παλαιό σχολείο.
Στο νέο κτήριο (συνολικής έκτασης 250 τ.μ.) αναπτύσσεται η ιστορία της δημοτικής εκπαίδευσης από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους έως τη δεκαετία του 1980 περίπου, σε 10 εκθεσιακές ενότητες
Πραγματώνεται έτσι ένα συγκλονιστικό ταξίδι στο χρόνο της πρώτης σχολικής ηλικίας, που προσφέρει γνώση στους νεότερους, συγκίνηση και νοσταλγία στους μεγαλύτερους.






